Κριτική: «Ο άγιος του Βραλ»

Submitted by nikosal on Mon, 05/29/2017 - 19:00

Ούρλιαζε, ίσως για ώρες. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο χρόνος δεν ανήκε πλέον στην δική του διάσταση. Εδώ ήταν η κόλαση. Η αιωνιότητα. Πάσχιζε μέσα στο σκοτάδι να ανακτήσει την ισορροπία του, ψηλαφίζοντας το σώμα του για να εκτιμήσει την ζημιά. Η νέα του όραση, αυτή με την οποία είχε μάθει σταδιακά να ξεχωρίζει σχήματα και αποστάσεις, δεν βοηθούσε πάντοτε. Υπήρχε μια μελανή χροιά στα πάντα, με κάθε έννοια χρώματος εξαφανισμένη. Αυτός ο κάτω κόσμος ήταν ασπρόμαυρος. Δεν μπορούσε να δει το κόκκινο του αίματος. Είχε παραδοθεί, η θέλησή του τον είχε εγκαταλείψει -πριν πόσο καιρό άραγε; Ήταν και οι αναθυμιάσεις που του προκαλούσαν ένα είδος αποβλάκωσης. Υπήρχαν όμως ακόμα ψήγματα του εαυτού του που πάσχιζαν να κρατηθούν από κάπου.

Ο «Άγιος του Βραλ» ξεκινά με αυτές τις έντονες εικόνες, αποκαλύπτοντας πολύ γρήγορα στα μάτια του αναγνώστη το σκηνικό: Ο Σέρπερ -ο ήρωας της ιστορίας- είναι παγιδευμένος στο στομάχι ενός μεγάλου διαστημικού τέρατος, μαζί με άλλους άτυχους αστροναύτες. Από καιρό σε καιρό το Βραλ (έτσι λέγεται το μυθικών διαστάσεων τέρας) ανοίγει το στόμα να καταπιεί τροφή, νερό ή κάποιο άλλο διερχόμενο σκάφος. Οι επιζώντες τρέφονται με ό,τι φτάνει στο στομάχι, περιφέρονται ζωντανοί νεκροί στο βούρκο του, νιώθουν το σώμα τους να αλλάζει, πεθαίνουν από τις κακουχίες ή, οι πιο δυνατοί, αυτοκτονούν πέφτοντας στο παχύ έντερο.

Θεματικά, η ιστορία χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, σκοτεινό και δυσοίωνο, εκτυλίσσεται στο στομάχι του τέρατος. Το δεύτερο έξω από αυτό, όταν το  Βραλ για κάποιο λόγο (αφήνεται να εννοηθεί, δηλητηριασμένο από τα τελευταία του γεύματα) συντρίβεται νεκρό σε ένα κατοικημένο δορυφόρο. Η έμπνευση αντλείται από έναν από τους πιο γνωστούς μύθους της Παλαιάς Διαθήκης, το μύθο του Ιωνά. Ο Ιωνάς καταπίνεται από το κήτος και εκεί μετανοεί που δεν ακολούθησε τις οδηγίες του Θεού. Το κήτος είναι στην πραγματικότητα ο σωτήρας του. Αν είχε αφεθεί στη θάλασσα, όχι μόνο θα είχε πνιγεί αλλά δεν θα είχε ζητήσει ποτέ συγχώρεση και δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη λύτρωση.

Το ίδιο συμβαίνει με τον Σέρπερ. Δεν είναι ένας περαστικός, αθώος ταξιδιώτης του διαστήματος. Τον βαραίνει η σκιά κάποιων πράξεων του παρελθόντος του. Στην αρχή απλώς επιβιώνει μέσα στο στομάχι, ένα περιστατικό όμως του δείχνει ένα διαφορετικό δρόμο. Ο Σέρπερ μετανοεί και σε μια από τις πιο δυνατές ιδέες του διηγήματος ιδρύει μια εκκλησία και προσφέρει ανακούφιση και παρηγοριά στους πιστούς της.

Βρήκα το πρώτο, το σκοτεινό μέρος του διηγήματος, πιο δυνατό. Ο λόγος σφικτός, οι περιγραφές στο εσωτερικό του τέρατος πειστικές, καθηλώνουν και βαραίνουν τον αναγνώστη. Τέτοια είναι εξάλλου η πένα του Χατζηγιώργη. Στο δεύτερο μέρος, καθώς παρακολουθούμε την περιπλάνηση του Σέρπερ έξω από το τέρας η αφήγηση παραμένει πλούσια στις ιδέες της, οι νεοεμφανιζόμενοι (οι Ζιτάνοι, ο γιατρός...) εισάγονται με ευστοχία και οικονομία -αλλά το μήνυμα αδυνατίζει. Ο συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να ολοκληρώσει την περιπλάνηση του Σέρπερ, να μας φανερώσει και την ύστατη σκέψη του, δίνοντας στο διήγημα χαρακτηριστικά λήμματος. Δεν προσθέτει κάτι στον χαρακτήρα, ήδη ξέρουμε ποιος είναι και πώς λυτρώνεται από τις μέρες εντός του τέρατος. Η δεύτερη λύτρωση δεν είναι απαραίτητη, νομίζω ότι αν ο «Ο Άγιος...» ήταν λιγότερο εκτενής, ο αναγνώστης στο τέλος θα αποκόμιζε περισσότερα.

Αξιολόγηση: 3/6 - Συστήνεται για ανάγνωση