«Φτωχοί συγγενείς τα εφ περιοδικά - διεθνώς»

Submitted by nikosal on Fri, 04/14/2017 - 20:39

Η παρακάτω συνέντευξη του Γιώργου Μπαζίνα στον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου είχε δημοσιευθεί στο comicdom.gr στις 22 Ιουλίου 2007, με τίτλο «Δεν ακολουθήσαμε ποτέ κανόνες marketing». Αναδημοσιεύεται στο Redworlds με την άδεια του Η.Κ. και του site -με τις θερμές ευχαριστίες μας. Η εικονογράφηση είναι διαφορετική από εκείνη της αρχικής δημοσίευσης. Ευχαριστίες και στον Θανάση Πέτρου για την άδειά του να χρησιμοποιήσουμε το σκίτσο του Γιώργου Μπαζίνα, δημοσιευμένου πρώτη φορά στο περιοδικό Φανταστικά Χρονικά.

 

Από τη στιγμή που κλείστηκε η συνέντευξη με τον εκδότη του Παρά Πέντε, Γιώργο Μπαζίνα, συνειδητοποίησα ότι ήταν αμέτρητα τα πράγματα που ήθελα να τον ρωτήσω. Πρώτα, πρώτα για το νέο Παρά Πέντε. Αλλά και για τη δημιουργία του περιοδικού Βαβέλ, για τις συνθήκες που οδήγησαν στη διάλυση της αρχικής Ars Longa, για την πρώτη περίοδο του Παρά Πέντε, για τα πικρόχολα δημοσιεύματα του παρελθόντος, για τους αγαπημένους του δημιουργούς, για την πολιτικοποίηση, το χιούμορ, το βιβλιοπωλείο, τους λανθασμένους χειρισμούς... Όταν έχεις απέναντί σου έναν από τους λιγοστούς ανθρώπους που με τις επιλογές και την αισθητική τους στα comics, έχουν σχεδόν καθορίσει το αναγνωστικό κριτήριο μιας ολόκληρης γενιάς, τότε ξέρεις ότι πρωτίστως, το στοίχημα είναι να μην ξεχάσεις να ρωτήσεις κάτι... Θεωρώ ότι τις σοβαρές παραλείψεις τις αποφύγαμε κι ελπίζω αυτή η μακροσκελής συνέντευξη με τον Γιώργο Μπαζίνα, να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική για σας, όπως υπήρξε και για μένα.

Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Διάβαζες comics στην παιδική σου ηλικία;

Γιώργος Μπαζίνας: Ναι, βέβαια. Τα comics της εποχής, το Γέλιο και Χαρά με Μίκυ Μάους, Μπαγκς Μπάνυ, Τομ και Τζέρυ, τα  Διαπλανητικά, τα Παράξενα, τα Δυναμικά. Και βέβαια τα αγαπημένα μου, που ήταν τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής βέβαια, διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου! Ήταν η εποχή που λαχταρούσες να γνωρίσεις, υπήρχε πραγματική λαχτάρα να διαβάσεις comics, αλλά και όχι μόνο αυτά. Ένα από τα αγαπημένα μου περιοδικά ήταν ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, το Πρώτο που δημοσίευε πολλά αστυνομικά διηγήματα ανάμεσα στα άλλα.  Αυτή τη λαχτάρα ανάγνωσης δεν τη βλέπω να υπάρχει σήμερα...

Μήπως είναι ηλικιακό το θέμα;
Πιστεύω ότι ήταν της εποχής. Την ίδια λαχτάρα που είχαμε αργότερα για το Αστερίξ. Ξέρεις, αυτό το πράγμα που αγοράζεις το τεύχος από το περίπτερο κι επειδή δεν αντέχεις να περιμένεις, το ξεφυλλίζεις καθ' οδόν. Σήμερα, με τέτοια πληθώρα πληροφορίας, έχει χαθεί η αθωότητα και η λαχτάρα. Ενδεχομένως να είναι καλή αυτή η ευκολία, όμως όταν έχεις ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά πάνω του, δεν ξέρω αν μπορείς τελικά να εκτιμήσεις τα βασικά, τα ουσιώδη. Σήμερα ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν στην πόλη που ζεις μπαίνεις σε ένα e-shop, τα παραγγέλνεις και σε δύο ημέρες τα έχεις. Είναι τόσο εύκολο, που είναι σχεδόν σκανδαλώδες.

Ψάχνοντας κείμενα για σένα, διάβασα ότι έχεις σπουδάσει σκηνοθεσία. Τί απέγινε με αυτή σου την ιδιότητα;
Για την ακρίβεια ξεκίνησα να σπουδάζω μαθηματικά, αν και ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω πως βρέθηκα εκεί και τι σκεφτόμουν τότε. Δεν μου άρεσε όμως αυτό που έκανα και πολύ γρήγορα τα παράτησα. Τα πράγματα που αγαπούσα ανέκαθεν ήταν ο κινηματογράφος και οι εκδόσεις.

Δούλεψες τελικά στον κινηματογράφο;
Ναι, παρότι ήταν ουσιαστικά με ασήμαντο χρηματικό αντίκρισμα. Ήταν η εποχή που δουλεύαμε βοηθώντας φίλους και γνωστούς. Έχω δουλέψει ως «σκριπτ» στο Θίασο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, στον Μεγάλο Ερωτικό του Παντελή Βούλγαρη και με τον Πάνο Γλυκοφρύδη (που ήταν δάσκαλός μου στη σχολή) ως «σκριπτ» και ως βοηθός του. Αποφάσισα να σταματήσω, αφενός γιατί δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα, αφετέρου γιατί ήθελα να ασχοληθώ με την άλλη μεγάλη μου αγάπη, τις εκδόσεις. Ήταν τότε που άρχισαν οι εργαζόμενοι στον κινηματογράφο να συνδικαλίζονται και να υπάρχουν πλέον καλοί μισθοί.

«Ωραίο» timing!
Πραγματικά, χρειάζεται ταλέντο γι' αυτό, στη σωστή στιγμή, η λάθος κίνηση!

Υπήρξες συνεκδότης του περιοδικού Βαβέλ στα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας του...
Προτού ξεκινήσουμε με το Βαβέλ, να μην παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι το πρώτο περιοδικό με ενήλικα comics που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, ήταν η Κολούμπρα, που για μένα σήμαινε την ανακάλυψη του είδους. Εκείνη την εποχή λοιπόν, είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τις εκδόσεις, όταν βρεθήκαμε με τον Σταύρο Τσελεμέγκο, ο οποίος ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος, με μεγάλη γνώση (και βιβλιοθήκη) των comics που τα είχε γνωρίσει σπουδάζοντας στην Ιταλία. Με τον Σταύρο, με έφερε σε επαφή ένας κοινός φίλος εξαιτίας της επίσης κοινής αγάπης μας για τα comics. Έτσι βρεθήκαμε τότε, να συζητάμε το ενδεχόμενο της δημιουργίας ενός περιοδικού comics. Κι έτσι γνωρίστηκα και με τη Νίκη (Τζούδα), η οποία τότε ήταν γυναίκα του Σταύρου. Δυστυχώς όταν γίνονται σήμερα αναφορές στη Βαβέλ, ο Σταύρος δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ. Και είναι κρίμα, γιατί... εν πάση περιπτώσει, όπως και να το κάνουμε, παρ' όλο που αποχώρησε μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, ήμασταν τρεις οι -ας το πούμε- πρωτεργάτες αυτού του πράγματος.

Λίγα τεύχη μετά, στην Ταυτότητα του περιοδικού, εμφανίζεται το όνομά σου ως εκδότη αντί για της Νίκης Τζούδα.  Για ποιο λόγο είχε γίνει αυτό;
Για καθαρά... στρατιωτικούς λόγους. Ούτε ο Σταύρος, ούτε εγώ είχαμε υπηρετήσει ακόμη τη θητεία μας, οπότε μπήκε το όνομα της Νίκης. Όταν ξεμπέρδεψα προώρως με την στρατιωτική μου υποχρέωση, μπήκε το όνομα μου, γιατί ήμουν και υπεύθυνος των εκδόσεων Ars Longa, που ήταν ο επίσημος εκδοτικός φορέας του περιοδικού.

Εκείνα τα χρόνια, υπήρχε άλλη παρεμφερής εκδοτική δραστηριότητα στον χώρο;
Εκείνη την εποχή λοιπόν ψαχνόταν και ο Πάνος Κουτρουλάρης με το Μαμούθ, ο οποίος είχε κι αυτός μια προϊστορία εκδίδοντας το Σκαθάρι! Δεν τα βρήκαμε όμως με τον Πάνο, γιατί είχαμε διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα. Το δικό μας ενδιαφέρον στρεφόταν περισσότερο προς ένα ενήλικο κοινό, ενώ ο Πάνος είχε στραμμένα τα μάτια του στο εφηβικό κοινό. Το Σκαθάρι είχε δημοσιεύσει βέβαια μερικά μικρά διαμάντια, κυρίως από τη Λατινική Αμερική. Από εκεί για παράδειγμα έγινε γνωστός για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και ο Hugo Pratt. Ένα από τα καταπληκτικά πράγματα λοιπόν που δημοσίευε τότε το Σκαθάρι -και που πιστεύω ότι πρόκειται για ένα από τα κλασσικά αριστουργήματα- ήταν το Ετερνάουτα (El Eternauta) των Oesterheld και Lopez. Μπορεί αυτά τα ονόματα να μην λένε τίποτα σήμερα σε ένα κοινό που δεν τα έχει γνωρίσει, μιλάμε όμως για ένα καταπληκτικό comics, που ήταν από τα πιο πολιτικά πράγματα που έχω διαβάσει. Ήταν βέβαια και μια εποχή πολύ πιο πολιτικοποιημένη σε σχέση με τη σημερινή, και μην ξεχνάμε ότι το συγκεκριμένο έργο μιλούσε για μια sci-fi δικτατορία και για ολοκληρωτισμό. Οι μνήμες της δικής μας δικτατορίας ήταν ακόμη νωπές...

Μιλώντας για πολιτικοποίηση, πιστεύεις ότι σήμερα εκλείπουν οι λόγοι για αντίδραση, ή ότι απλά οι άνθρωποι έχουν βάλει κάτω το κεφάλι;
Σήμερα έχουν αλλάξει οι όροι βέβαια, μπορεί να μην είναι οι δικτατορίες αυτού του είδους, αλλά προφανώς γλιστράμε σε δικτατορίες άλλου είδους. Σε έναν ολοκληρωτισμό που είναι τόσο φανερό ότι έρχεται, από τις κάμερες, από τους ελέγχους, από τα πάντα, που το να εθελοτυφλείς απέναντι σε αυτό, είναι στρουθοκαμηλισμός. Εκείνο το έργο λοιπόν το Ετερνάουτα, θα μπορούσε να είναι πολύ σημερινό...

Τι οδήγησε στη διάλυση της «τριανδρίας» που έβγαλε το πρώτο τεύχος της Βαβέλ; Ήταν εκτός των άλλων και δημιουργικοί οι λόγοι;
Ένα βασικό πρόβλημα είναι πάντα οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο Σταύρος αποχώρησε νωρίς, δυστυχώς ύστερα από αδιέξοδο στη σχέση του με τη Νίκη, το οποίο και επηρέαζε αρνητικά όλο το κλίμα στο περιοδικό. Στη συνέχεια μεσολάβησαν μερικά χρόνια δουλειάς, με φοβερές δυσκολίες και οικονομικά αδιέξοδα. Αυτά ή δένουν τους ανθρώπους ή τους χωρίζουν οριστικά. Σε μας, ατυχώς, συνέβη το δεύτερο. Ξεχωρίσαμε τα δικαιώματα, ο καθένας τι ήθελε να κρατήσει, η Νίκη τον τίτλο του περιοδικού Βαβέλ, εγώ την Ars Longa και τη γάτα μας τη Λόλα, με την προοπτική ότι θα ξεκινούσα ένα νέο περιοδικό χιουμοριστικό. Δεν πίστευα ότι ο τίτλος κάνει το περιοδικό. Δεν επρόκειτο να διεκδικήσουμε το ίδιο κομμάτι της αγοράς, γι αυτό και λέω σήμερα ότι ήταν κρίμα που εμφανίστηκε σαν «διάσπαση». Απόδειξη ότι ο χωρισμός ήταν για καλό, ήταν ότι η Βαβέλ και το Παρά Πέντε είχαν τις καλύτερες πωλήσεις τους όταν υπήρχαν παράλληλα.

Πόσο έμοιαζε το τελευταίο τεύχος του Βαβέλ στο οποίο συμμετείχες, με το πρώτο τεύχος του Παρά Πέντε;
Τη Βαβέλ τη ζούσα... ήμουν αποκλειστικά αφιερωμένος στο περιοδικό για 43 τεύχη. Το Παρά Πέντε ήταν για μένα ήταν το 44ο τεύχος, ένα είδος συνέχειας για να είμαι ειλικρινής! Όπως δούλευα το ένα τεύχος, στον ίδιο χώρο, στις ίδιες μονταζιέρες, συνέχισα ακριβώς την ίδια διαδικασία με το νέο περιοδικό, τα copyright που ήδη υπήρχαν και τον Αρκά ως φίλο και σταθερό συνεργάτη, αλλά με ένα χαρακτήρα πλέον αμιγώς χιουμοριστικό και απελευθερωμένο από κάθε είδους έμμεσης παρέμβασης.

Ποια ήταν από άποψη πωλήσεων η καλύτερη περίοδος του περιοδικού Παρά Πέντε;
(αφού ψάχνει για λίγο στο σημειωματάριό του) Με το #32 τεύχος το οποίο είχε πιάσει τα 7.500 αντίτυπα στην Αθήνα, το οποίο σημαίνει ότι είχε πουλήσει άλλο τόσο στην Επαρχία, συν τα τεύχη που είχαν φύγει από τα βιβλιοπωλεία. Πραγματική καλή εποχή! Έρχονταν οι περιπτεράδες και έπαιρναν πακέτα, σε παράλληλη διανομή

Τι πιστεύεις σήμερα ότι οδήγησε στην πτώση αυτού του νούμερου;
Υπήρξαν προβλήματα υγείας δικά μου, τα οποία επηρέασαν αποδιοργανωτικά και την όλη ομάδα. Έτσι η κυκλοφορία του περιοδικού άρχισε να γίνεται... «ασαφής». Το να βγαίνεις μια φορά τον μήνα, ή μια φορά το τρίμηνο, είναι χρόνος που ο αναγνώστης θα σε περιμένει, δεν θα σε ξεχάσει. Στο δωδεκάμηνο όμως θα σε έχει ξεχάσει (και γιατί να σε θυμάται άλλωστε;) Δεν μπορεί το κοινό να σε περιμένει εσαεί μπας και αποφασίσεις να κυκλοφορήσεις. Εμείς, με «υπερηφάνεια» το λέω, καταστρατηγήσαμε κάθε κανόνα μάρκετινγκ, κυκλοφορίας, συχνότητας και έκδοσης. Όποτε μας γούσταρε, κυκλοφορούσαμε! Αρχίζαμε ξανά τις αριθμήσεις από την αρχή, ώστε να μπερδέψουμε όχι απλά τον αναγνώστη, αλλά και κάθε ευσυνείδητο βιβλιοθηκονόμο. Μόνο ο Απαγορευμένος Πλανήτης έχει τρεις διαφορετικές αριθμήσεις! Ελπίζω ότι με το Παρά Πέντε, δεν θα χρειαστεί να έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε τρεις περιόδους. Ότι από τη μια θα έχουμε το παλιό, κι από την άλλη το νέο Παρά Πέντε. Και σοβαρά τώρα, ένα από τα πράγματα που πραγματικά θεωρούμε προτεραιότητα είναι το περιοδικό να κυκλοφορεί στην ώρα του, κάθε μήνα, 12 μήνες το χρόνο. Και βασικός στόχος είναι να δημιουργήσουμε αυτή τη λαχτάρα που λέγαμε πριν του να το περιμένεις και να χαίρεσαι το περιεχόμενό του.

Τι καινούριο φέρνει το νέο Παρά Πέντε σε σχέση με την πρώτη εποχή του;
Δεν διακηρύσσουμε ότι φέρνει τίποτε πραγματικά καινούριο, φέρνει καλό χιούμορ, φέρνει σαρκασμό, μια ορισμένη στάση απέναντι στα πράγματα, και φέρνει καλά comics. Νομίζω ότι αυτό είναι το μεγάλο του προσόν. Δεν έχει κατά τη γνώμη μας, comics που είναι αδιάφορα και εν τέλει δεν λένε τίποτα. Το καινούριο Παρά Πέντε είναι χιουμοριστικό περιοδικό και θεωρεί ότι φέρνει μερικούς από τους καλύτερους χιουμορίστες του κόσμου στους Έλληνες αναγνώστες. Παρεκβάσεις μικρές, μπορεί να υπάρχουν ανάλογα με το αν πρόκειται για comics που γουστάρουμε. Αν είναι κάτι που μας προκαλεί χαρά -εξάλλου η σάτιρα βρίσκεται πολύ συχνά μέσα σε σκληρά ή πικρά έργα- θα μπει. Τα κριτήριά μας δεν είναι αν θα πουλήσουμε ή όχι. Δεν δουλέψαμε ποτέ μ' αυτή τη λογική, του τι θέλει το κοινό δηλαδή! Δεν ακολουθήσαμε ποτέ κανόνες marketing, κάνουμε κάτι που μας αρέσει, κι αν βρούμε το κοινό μας, το βρήκαμε. Κι αν δεν το βρούμε εμείς, θα το βρει κάποιος άλλος. Πάντα υπάρχει ένας τρόπος τελικά τα κενά να συμπληρώνονται. Φυσικά καλό είναι το κενό να το συμπληρώνουμε εμείς και ακόμα καλύτερα να αμειβόμαστε επαρκώς γι' αυτό. Και, προς Θεού, μη νομίσετε ότι περιφρονούμε το χρήμα. Το έχουμε σε μεγάλη υπόληψη. Και χαιρόμαστε πραγματικά όταν οι αναγνώστες μας το δίνουν αντί να λαθροδιαβάζουν το τεύχος του φίλου τους.

Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στην έκδοση του καινούριου Παρά Πέντε, τόσο ώστε να καταστεί το περιοδικό βιώσιμο;
Η κυκλοφορία του πρώτου τεύχους απέδειξε ότι η έκδοση είναι βιώσιμη και θα συνεχίσουμε επίμονα. Δεν ζητάμε συγκλονιστικά νούμερα κυκλοφορίας, γιατί δουλεύει μια πολύ μικρή ομάδα, με το μίνιμουμ εξόδων που μπορούν να γίνουν, με απλήρωτη συνεισφορά φίλων σε μεταφράσεις, κείμενα, σκίτσα. Οι πωλήσεις φυσικά θα μπορούσαν να είναι και περισσότερες. Πολλοί παλιοί φίλοι δεν το γνωρίζουν ότι κυκλοφορούμε πάλι. Θα το μάθουν. Θα περιμένουμε. Το ζητούμενο όμως είναι βέβαια να αυξάνουμε το κοινό μας και να μην το μειώνουμε, παρότι η αλήθεια είναι ότι οι εποχές είναι δύσκολες. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα στη διανομή μέσω πρακτορείου, τη διανομή των βιβλιοπωλείων. Υπάρχει καταιγισμός από εκδόσεις, οι μεγάλοι εκδότες βγάζουν σωρηδόν πράγματα, φορτώνοντας τα βιβλιοπωλεία. Το τελευταίο νέο που ακούσαμε και κατά τη γνώμη μου αποτυπώνει το ύφος των επερχόμενων αλλαγών, είναι ότι ο Ελευθερουδάκης θέλει πρώτα να καταγράφει απλώς την κυκλοφορία ενός νέου βιβλίου, και αν του το ζητήσουν, τότε το φέρνει. Κάνουν ακραίες οικονομίες. Και ακραία οικονομία είναι να μη ρισκάρεις στο παραμικρό.

Αν ακυρώσεις όμως την οπτική επαφή με το βιβλίο, καθώς και την παρουσία του στη βιτρίνα και το ράφι, δεν είναι σαν εσύ ο ίδιος να το καταδικάζεις σε χαμηλές πωλήσεις;
Πόσο μάλλον όταν αυτό πλήττει τους μικρούς εκδότες και ευνοεί τους μεγάλους με τους οποίους συνάπτονται και συμφωνίες. Μήνες πριν την κυκλοφορία ενός βιβλίου, έχει προαποφασιστεί ποια βιβλία θα «πάνε» και ποια όχι.

Υπάρχει μια γενικότερη ανησυχία στον χώρο για το γεγονός ότι οι λιγοστές εκδόσεις που υπάρχουν είτε δεν πληρώνουν επαρκώς τους έλληνες καλλιτέχνες, είτε δεν τους πληρώνουν καθόλου. Τι να περιμένει ένας νέος δημιουργός που έρχεται να «πουλήσει» τη δουλειά του στο Παρά Πέντε;
Κατ' αρχή να μην περιμένει πολλά. Το θέμα για μας ήταν πώς πας να ζητήσεις δουλειά ενός έλληνα καλλιτέχνη που εκτιμάς, όταν δεν μπορείς να τον πληρώσεις όπως του αξίζει. Θα ήθελα να είμαστε μια πραγματικά υγιής οικονομικά επιχείρηση, ώστε ακόμη κι αν το Παρά Πέντε δεν βγάζει τα έξοδά του να επενδύουμε σε αυτό, προσφέροντας ένα αξιόλογο ποσό ικανό να δελεάσει νέα ταλέντα, και να απαιτήσουμε πραγματικά καλή δουλειά. Αυτή τη στιγμή προσφέρουμε μια συμβολική τιμή. Δηλαδή στην πράξη η «συμβολική» τιμή είναι η ίδια τιμή που πληρώνουμε τους ξένους καλλιτέχνες για την αναδημοσίευση του υλικού τους. Από τη στιγμή λοιπόν που δεν μπορούμε να έχουμε μια τέτοια επαγγελματική σχέση, θεωρώ ότι δεν γίνεται να σηκώσω το τηλέφωνο και να διεκδικήσω ή να παραγγείλω το έργο κάποιου που θεωρώ καλό. Θα πρέπει κάποιος που ενδιαφέρεται να έρθει, να του κοινοποιηθούν οι συνθήκες, κι αν πιστεύει εκείνος ότι θέλει και εμείς ότι μας ενδιαφέρει η δουλειά, να προχωρήσουμε στη συνεργασία. Από τη δική μας μεριά, κάποιες δουλειές που φαίνονται συμπαθητικές, τις έχουμε ήδη προγραμματίσει για να συμπεριληφθούν. Φυσικά τους δικούς μας τους παλιούς φίλους σχεδιαστές δεν τους αμείβουμε, ως είδος τιμωρίας. Στην πραγματικότητα τους είμαστε υποχρεωμένοι για τη συμπαράσταση και οι φιλίες αυτές αργά ή γρήγορα έχουν τη δικιά τους ανταμοιβή.

Θα σε γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω, στο τεύχος 7 της πρώτης περιόδου του Παρά Πέντε. Υπάρχει εκεί ένα editorial στο οποίο αναφερόμενος στους εκδότες του Βαβέλ, λες ότι από τη διάλυση της παλιάς Ars Longa και μετά, ήταν ανατριχιαστικά απούσα από τις σελίδες του περιοδικού κάθε αναφορά στη νέα Ars Longa, μιλάς για ψευδή νούμερα πωλήσεων, καθώς και ότι αποσιωπήθηκε το «ότι από το τεύχος 44 έχουν να κάνουν με καινούριο ιδιοκτήτη του τίτλου Βαβέλ και ότι από εκεί και πέρα έχουν να κάνουν με μια καινούρια εταιρεία, στην οποία ανήκει μεν ο τίτλος Βαβέλ, αλλά δεν της ανήκει η ιστορία της». Και ερχόμαστε στο σήμερα και στο δεύτερο τεύχος του νέου Παρά Πέντε, όπου υπάρχει ένα σχεδόν ολοσέλιδο δελτίο Τύπου για το 12ο Φεστιβάλ της Βαβέλ, ενώ παράλληλα η σελίδα ενημερώνει ότι στο περίπτερο του Φεστιβάλ μπορούμε να βρούμε τις εκδόσεις του Παρά Πέντε. Σε ποιο επίπεδο βρίσκονται σήμερα οι σχέσεις συνεργασίας σας με την εταιρία Βαβέλ και την Νίκη Τζούδα;
Σε αυτό που ήταν πάντα. Μετά από μια πρώτη αντίδραση σε ανυπόστατα πράγματα που λέγονταν και τον αποκλεισμό κάθε είδους αναφοράς στο Παρά Πέντε, αδιαφορήσαμε πλήρως. Από τη δική μας πλευρά στείλαμε στο περίπτερο των βιβλίων του Φεστιβάλ τις εκδόσεις μας από το πρώτο φεστιβάλ, και στο βιβλιοπωλείο της Βαβέλ εδώ και χρόνια δίνουμε τα βιβλία μας με ιδιαίτερη έκπτωση. Απλώς δεν διατηρούμε επαφή. Το δελτίο Τύπου, φυσικά και το δημοσιεύσαμε με δική μας πρωτοβουλία, χωρίς να μας το στείλουνε, καθώς είναι ένα από τα σημαντικά πολιτιστικά γεγονότα της πόλης μας. Το ότι γίνεται το Φεστιβάλ είναι πολύ σημαντικό. Είναι κάτι για παράδειγμα που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς, λόγω ιδιοσυγκρασίας, έχουμε μια απώθηση γενικά για εορτασμούς και συναθροίσεις! Αλλά το εκτιμάμε (κατά περίσταση) όταν το κάνει κάποιος άλλος. Το ότι συγκεντρώνονται τόσοι Έλληνες δημιουργοί και φτιάχνουν comics προς έκθεση, το ότι έρχονται δημιουργοί από το εξωτερικό, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ποτέ δεν είχαμε αμφιβολία, αντίρρηση ή κριτική γι αυτό το πράγμα. Τώρα αν μπορεί να γίνει καλύτερο, αν... Φαντάζομαι δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία, ο καθένας κάνει το καλύτερο που μπορεί να κάνει. Και αυτό που γίνεται φαντάζομαι ότι είναι σημαντικό.

Πηγαίνεις στο Φεστιβάλ της Βαβέλ; Σε καλύπτει ως αναγνώστη comics;
Ως αναγνώστη όχι, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κι αυτός ο στόχος των διοργανωτών. Οι γιορτές είναι αφορμή να βρίσκονται οι άνθρωποι, να πίνουν καμιά μπυρίτσα, να ακούν μουσική και να βλέπουν διάφορες μορφές τέχνης. Δεν νομίζω ότι έχει βοηθήσει πραγματικά στη διάδοση των comics ως βιβλίων και περιοδικών, και δεν είμαι καν βέβαιος για το αν έχει βοηθήσει τη Βαβέλ στις πωλήσεις της. Αυτό που θεωρώ σημαντικό για το Φεστιβάλ της Βαβέλ είναι ότι συγκεντρώνει κάποιους Έλληνες δημιουργούς για να δείξουν τη δουλειά τους και να επικοινωνήσουν με το κοινό. Και καλό ή κακό, δεν ξέρω, είναι ότι πολλά fanzines συντονίζουν την έκδοσή τους με το φεστιβάλ μιας και είναι μια απ' τις ελάχιστες ευκαιρίες να πουλήσουν τα τεύχη τους.

Όταν προετοιμαζόμουν για αυτή τη συνέντευξη έψαξα να βρω δημοσιεύματα σχετικά με σένα και «έπεσα» στο forum του Comicart, όπου ο Σπύρος Δερβενιώτης, έγραψε μεταξύ άλλων: Στα λογής δημοσιεύματα και αναδρομές της Βαβέλ, η απουσία αναφοράς στο όνομά του (Γιώργου Μπαζίνα) είναι εκκωφαντική. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ όταν το ίδιο έγινε σε πρόσφατη συνέντευξη της Νίκης Τζούδα. Οι περισσότεροι που γράφουν τα «ετήσια αφιερώματα», είτε είναι «παιδιά της Βαβελ» είτε κάπου εκεί γύρω βόσκανε εκείνη την εποχή, δεν προσγειώθηκαν τώρα απ τον Άρη. Aλλά σιγά σιγά με τα έτσι και τα αλλιώς, διαμορφώνεται μια μεναλλακτική ιστορία» η οποία αναπαράγει εαυτόν σαν ιος και εμπεδώνεται στους μη γνωριζοντες. Βαβέλ=Τζούδα και Σιούνας. Μπαζίνας, ποιος Μπαζίνας;» ...Ε, δεν ήταν δυο, διάολε, και δεν ειναι κέρμα ο άνθρωπος για να πέφτει κάτω συνέχεια «κατά λάθος»... Τι πιστεύεις για αυτή τη διαμόρφωση της «εναλλακτικής ιστορίας» που αναφέρεται;
Το μόνο σίγουρο, είναι ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα όπως συχνά αναφέρονται. Οι άνθρωποι που το έζησαν, ξέρουν ότι το περιοδικό Βαβέλ δημιουργήθηκε από τρεις ανθρώπους. Από τον Γιώργο Μπαζίνα, τον Σταύρο Τσελεμέγκο και τη Νίκη Τζούδα. Έγινε με πόνο ψυχής η Βαβέλ, με ελάχιστα χρήματα, και πολύ τρέξιμο μέχρι να μπορέσει να σταθεί και η Ars Longa και το περιοδικό. Και τρέξιμο όχι μόνο από τους τρεις, αλλά και από άλλους που στάθηκαν γενναιόφρονα στο πλευρό μας. Όλα τ' άλλα, πολλά ανόητα και πολλά μικρόψυχα ειπωμένα, δεν ξέρω, ούτε και καταλαβαίνω τη σκοπιμότητά τους.

Παρά Πέντε, Μικρό Παρά Πέντε, Επόμενη Μέρα. Θα διαφωτίσεις εμάς τους καινούριους για τις διαφορές αυτών των τριών, αλλά και τις συνθήκες δημιουργίας τους;         
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις φτιάχνοντας ένα περιοδικό είναι το «τι είδους περιοδικό θα είναι». Πιστεύω ότι δεν μπορείς να βάζεις μέσα σε ένα περιοδικό «λίγο απ' όλα». Αυτό προσπαθήσαμε να το λύσουμε στη συνέχεια της διαδρομής του Παρά Πέντε, καθώς είχε ξεκινήσει ως χιουμοριστικό περιοδικό, υπήρχαν όμως την ίδια στιγμή πολύ ωραία comics και σε επίπεδο ρεαλιστικό, αφηγηματικό, τα οποία δεν άντεχες να τα προσπερνάς. Γι αυτό το λόγο, βγάλαμε τελικά την Επόμενη Μέρα, για να συμπεριλάβουμε τα comics που δεν μπορούσαν λόγω ύφους να μπουν στο Παρά Πέντε, αλλά και γενικότερα για να διαμορφώσουμε ένα περιοδικό με λόγο και εικόνα πιο προχωρημένο. Κατ' αναλογία, η δημιουργία του Μικρού Παρά Πέντε, ένα χρόνο μετά την έκδοση του μεγάλου, είχε στόχο να διευρυνθεί αυτή τη φορά η γκάμα του «μεγάλου» και να παραμείνει το Μικρό ως αμιγώς χιουμοριστικό. Και στην πράξη είχαμε πολύ καλό υλικό, που ασφυκτιούσε στις αναγκαστικά περιορισμένες σελίδες του μεγάλου, είχαμε ανάγκη από περισσότερο χώρο κι από διαφορετικό σχήμα για να κάνουμε παιχνίδι. Πιστεύω ότι το κοινό των comics είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που φαίνεται να διαβάζει σήμερα. Υπάρχουν απλώς λίγοι που κάνουν πολύ θόρυβο  και φοβάμαι ότι η σημερινή κατάσταση έχει περιχαρακωθεί σε ένα είδος γκέτο. Υπάρχει πολύς κόσμος που διαβάζει comics και δεν ασχολείται καν με το ποιος το έγραψε και ποιος το σχεδίασε. Παίρνει το περιοδικό, το διαβάζει και απλώς το χαίρεται. Στα τελευταία τεύχη του Παρά Πέντε λοιπόν, δεν περνούσε αυτή η χαρά στους αναγνώστες. Η έλλειψη των Επόμενη Μέρα και Μικρό Παρά Πέντε, είχε αναγκάσει το Παρά Πέντε να ενσωματώσει υλικό από τα άλλα δύο, φέροντας πλέον έναν μπασταρδεμένο χαρακτήρα που εν τέλει δεν αφήνει και κανέναν ικανοποιημένο.

Μετά τη διακοπή της κυκλοφορίας του Παρά Πέντε, έβγαλες το περιοδικό Πρώτες Βοήθειες για πεσμένο ηθικό. Ήταν ένα «άλλο» Παρά Πέντε;
Στην πραγματικότητα, ναι. Η λογική του πράγματος ήταν ότι με το Παρά Πέντε να έχει βυθιστεί σε ένα μαρασμό, θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό, ζωντανό και άμεσο. Ήταν διαφορετικό ως ένα σημείο, είχε φιλοδοξίες να κερδίσει ένα μεγάλο κοινό, ήθελε να είναι επίκαιρο και γι' αυτό φιλοδοξούσε σε δεκαπενθήμερη έκδοση. Δυστυχώς, δεν είχε χρήματα για διαφημιστική υποστήριξη, ο τίτλος δεν ήταν αναγνωρίσιμος και τα περίπτερα το κατέταξαν σε περιοδικά ιατρικού ενδιαφέροντος βάζοντάς το μαζί με περιοδικά αυτού του είδους. Έπαψε σύντομα να είναι δεκαπενθήμερο, και έπαψε μετά από μερικά τεύχη να είναι καν περιοδικό.

Υπάρχει περίπτωση να δούμε την έκδοση Απαγορευμένος Πλανήτης να επιστρέφει όπως το Παρά Πέντε;
Δεν σου κρύβω ότι είναι από τα πράγματα που θα ήθελα. Το κοινό όμως, που διαβάζει επιστημονική φαντασία είναι πολύ μικρό. Κάποια βιβλία που έχουν μια πιο ευρεία αναγνωρισιμότητα τα καταφέρνουν. Ο Πλανήτης δεν είχε ποτέ πωλήσεις ικανές να τον κρατήσουν. Ήταν πάντα το φτωχό αδελφάκι των εκδόσεών μας. Το φαινόμενο πάντως είναι διεθνές. Πολλά περιοδικά εφ έχουν κλείσει ανά τον κόσμο. Για να επιστρέψω πάντως στην ερώτησή σου, όλα θα εξαρτηθούν από το πόσο καλά θα πάει το νέο Παρά Πέντε. Πάντοτε αυτό το περιοδικό ήταν η ραχοκοκαλιά των εκδόσεών μας. Αν όλα πάνε ο Απαγορευμένος Πλανήτης και ένα πείραμα αντίστοιχο με την Επόμενη Μέρα, είναι οι πρώτες εκδόσεις στις οποίες θα επιστρέφαμε. Μπορεί βέβαια σήμερα να συζητιέται το «τι ωραίο περιοδικό ήταν η Επόμενη Μέρα», κι αν βγει να μην την αγοράσουν. Το κοινό των comics δεν είναι μεγάλο. Όπως είπα και πριν, οι λίγοι κάνουν πολύ φασαρία. Κάποτε το Παρά Πέντε είχε κατορθώσει να διευρύνει τη βάση αυτού του κοινού. Κι αυτό θα ήταν ιδανικό αν συνέβαινε ξανά. Αυτό ακριβώς θα διεκδικήσουμε μα το νέο Παρά Πέντε.

Τι πήγε στραβά με το Βιβλιοπωλείο του Παρά Πέντε, ένα σημείο αναφοράς για πολλούς ανήσυχους αθηναίους που συζητιέται νοσταλγικά μέχρι και σήμερα;
Το Βιβλιοπωλείο έπεσε θύμα δύο γεγονότων. Το ένα ήταν προσωπικά προβλήματα, και το δεύτερο είναι... ακούγεται παράξενο και μόνο που το λέω, αλλά υπάρχει ένα κοινό που κλέβει ασυστόλως! Παρόμοιο κοινό, κατέστρεψε και τον ιταλό αναρχικό εκδότη, τον Feltrinelli και τα ομώνυμα βιβλιοπωλεία του. Ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν μπορούσαμε να γίνουμε βιβλιομπάτσοι. Απέναντι στο φαινόμενο επιλέξαμε την απόλυτη φιλικότητα.

Ακόμη και στον πελάτη που βλέπατε ότι κινείται περίεργα;
Το κακό ήταν ότι όλοι όσοι δουλεύαμε στο Παρά Πέντε - δυστυχώς είναι αυτό που λένε, «αρχίζουν και μοιάζουν μεταξύ τους». Κάναμε τα στραβά μάτια, τα παιδιά του Βιβλιοπωλείου δεν κοίταζαν για να μην φέρουν σε δύσκολη θέση τον πελάτη. Σαν ανέκδοτο μοιάζει αυτό το πράγμα, αλλά συνέβη. Κι αυτό γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε με τον πελάτη στο επίπεδο «αφήστε εδώ την τσάντα σας» και να τον παρακολουθούμε μέχρι να βγει από το μαγαζί. Εμείς δεν μπορέσαμε να το κάνουμε αυτό, με αποτέλεσμα να έχουμε μια σταθερή αφαίμαξη που απέβη και θανάσιμη. Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό. Αυτό όμως βάρυνε ιδιαίτερα στο γενικότερο πρόβλημα. Το κακό ήταν ότι το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου, έβγαλε προς το κοινό τη λανθασμένη εντύπωση ότι έκλεισαν και οι εκδόσεις.

Πάμε τώρα στο κομμάτι της εκδοτικής σου δραστηριότητας, που αφορά τα Ερωτικά Κόμικς.
Για μένα τα Ερωτικά Κόμικς ήταν πάντα κάτι που μου άρεσε. Όταν είχε ξεκινήσει παλιότερα τη σειρά των ερωτικών κόμικς ο Μιχάλης Μεϊμάρης, τα σνόμπαρα στην αρχή ως είδος πορνογραφίας. Με μια δεύτερη ματιά, λέω «ρε γαμώτο, είμαστε δέσμιοι τελικά μιας λογικής και μιας συντήρησης που είναι βλακώδης». Τι σημαίνει πορνογραφία; Γιατί είναι κακό; Ας εκφράζεται ο καθένας όπως θέλει. Γιατί να μην μιλάμε για τη γενετήσια ορμή; Είχαμε βγάλει κάποτε ένα μικρό βιβλιαράκι Το σημείο G. Κι εκεί μέσα η συγγραφέας Alice Ladas, μια εξαιρετικά σοβαρή ερευνήτρια της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, είχε κάνει μια σπουδαία παρατήρηση: Ότι η πορνογραφία, από τη βικτωριανή ακόμη εποχή, ήταν το μόνο λογοτεχνικό είδος που αναγνώρισε στη γυναίκα το δικαίωμα στην ηδονή και την ευχαρίστηση, όταν υπήρχε μια κυρίαρχη κοινωνική και επιστημονική υποκρισία που ως τα μέσα του εικοστού αιώνα απέφευγε την παραμικρή νύξη στο πρόβλημα της γυναικείας ηδονής και το δικαίωμα της γυναίκας να απολαμβάνει και να μην είναι απλώς μια τεκνοποιητική μηχανή. Για να επανέλθουμε όμως, μερικοί σχεδιαστές ερωτικών comics είναι αυτό που θα λέγαμε πραγματικά καλοί. Σχεδιαστές που ανέδειξαν και το γυναικείο αλλά και το αντρικό σώμα, με έναν τρόπο που ήταν σαγηνευτικός. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί αδιάφοροι, ως συνήθως.

Η.Κ: Ξεχωρίζεις κάποια από τα Ερωτικά Κόμικς που έχεις εκδόσει, ώστε να τα χαρακτήριζες εξαιρετικά;  Εννοώ ως comics, εξαιρώντας το πόσο ερεθιστικά είναι;
Όλες τις δουλειές του Erich Von Gotha! Είναι ένας άγγλος σχεδιαστής,  εξαιρετικού επιπέδου, προφανώς με γερμανικό ψευδώνυμο. Αλλά και ο Kovacs, Γάλλος σχεδιαστής κεντάει πραγματικά με ένα σκίτσο εξαιρετικά εκφραστικό.

Ποιοι δημιουργοί αποτελούν μέχρι σήμερα διαχρονικές αγάπες σου;
Ο δημιουργός που αγαπάω πολύ, κι ας μην είναι από τους πιο δημοφιλείς, είναι ο Wolinski. Έχει απίστευτη οξύνοια και πολιτική κρίση το έργο του! Ο Binet επίσης μου αρέσει πάρα πολύ και διαχρονικά. Και πολλοί ακόμη που δημοσιεύσαμε και δημοσιεύουμε. Το θέμα για μένα, είναι αν τελικά ο δημιουργός έχει κάτι να πει, ή όχι. Φοβάμαι ότι εκεί σκοντάφτουν πάρα πολλά πράγματα. Όπως ας πούμε το θέμα έλληνες σχεδιαστές. Υπάρχουν πολύ καλοί σχεδιαστές στη χώρα μας. Το θέμα τους όμως είναι και παραμένει το σενάριο. Τι θα πούνε, πώς θα το πούνε. Και είναι εξαιρετικά απογοητευτικό το ότι τελικά αυτό που μένει συχνά από πολλά comics, είναι κυριολεκτικά τίποτα. 

Ποια είναι η γνώμη σου για το 9, το ένθετο περιοδικό comics της Ελευθεροτυπίας;
Μακάρι να συνεχίσει να υπάρχει, παρότι πιστεύω ότι δεν ισχύει αυτό που λένε ότι το 9 έφερε τα comics στο μέσο ελληνικό σπίτι, γιατί από ότι βλέπω πολλοί από αυτούς που αγοράζουν την εφημερίδα κάθε Τετάρτη για το ένθετο, ενδιαφέρονται ούτως ή άλλως για τα comics. Δεν νομίζω δηλαδή ότι οι νοικοκυραίοι που δεν τους τράβηξαν ποτέ τα comics, θα κάτσουν ποτέ να διαβάσουν το ένθετο.

Αν δεν απατώμαι, έτσι κι αλλιώς το 9 δεν έφερε υπολογίσιμη αύξηση αναγνωστών στο φύλλο της Τετάρτης. Δημιούργησε βέβαια τη δική του cult, από τους ήδη υπάρχοντες αναγνώστες comics.
Όχι, δεν έφερε υπολογίσιμη αύξηση. Και που το κρατάνε, μπράβο τους και μακάρι να συνεχίσουν να το κρατάνε. Ακόμη κι αν αυτό συμβαίνει για θέμα prestige και γοήτρου. Είναι κακό πάντως που το συρρίκνωσαν, γιατί ήταν σαν το καταδίκαζαν έτσι, εκ προοιμίου, να μην πάρει τα πάνω του. Δεν μπορεί να ανασάνει κυκλοφοριακά ένα περιοδικό όταν το συρρικνώνεις.

Τι πιστεύεις για τους σημερινούς έλληνες δημιουργούς comics;
Μου αρέσει η δουλειά που γίνεται από την εκδοτική ομάδα της Giganto, όπως μου αρέσει και η δουλειά που γίνεται σε επίπεδο επιλογών από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Γενικά πιστεύω ότι έχουμε πολλούς καλούς σχεδιαστές. Σεναριογράφους δεν έχουμε αρκετούς. Δεν νομίζω ότι κι οι ίδιοι οι σχεδιαστές συνειδητοποιούν πόσο σημαντικό πράγμα είναι το σενάριο. Η εικόνα, το σχέδιο από μόνο του δεν αρκεί. Με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα πολλά κόμικς, τα οποία εν τέλει τα προσπερνάς ως αδιάφορα. Μη νομίζεις όμως ότι το πρόβλημα είναι τοπικού επιπέδου. Είδα και τα νέα ταλέντα της Angouleme. Είναι εμφανές κι εδώ το πρόβλημα της ιδέας, του σεναρίου. Υποτίθεται αυτοί είναι το απόσταγμα, αυτοί είναι που το παίδεψαν περισσότερο από τους άλλους και ανέπτυξαν μια σχεδιαστική δεξιότητα, αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Απλά είναι οι καλύτεροι που υπάρχουν, αλλά όχι αρκετά καλοί για να σε κερδίσουν.

Ποια είναι η σχέση σου με τις αμερικανικές σκηνές των comics; (υπερηρωικά, mainstream, εναλλακτικά, ανεξάρτητα)
Δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Η προτίμησή μου είναι σταθερά στην ευρωπαϊκή σκηνή. Δεν παραγνωρίζω ότι πρόκειται για ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του Μέσου. Στην ανεξάρτητη σκηνή για παράδειγμα, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα εξαιρετικά αξιόλογων πραγμάτων, προσωπικά μου αρέσει πολύ ο Ted Rall, μια σελίδα του είχαμε και στο Παρά Πέντε#2. Έχει κάνει εξαιρετικά πολιτικά comics, αυτό το καινούριο είδος της εικονογραφημένης δημοσιογραφίας, που με έχει εντυπωσιάσει. Όταν η εκφραστική δυνατότητα του κόμικς, συνδυάζεται, με τη δημοσιογραφική, ερευνητική ματιά, δίνει τελικά καταπληκτικά πράγματα. Σαν το To Afghanistan and back. Θα μπορούσαν να γράφονται δεκάδες μελέτες πάνω στην αμερικανική πολιτική και τις συνθήκες του πολέμου, και διαβάζοντας το βιβλίο του Rall να καταλάβεις πολλά περισσότερα. Άμεσος, οξύνους. Από την άλλη μεριά. Από την αμερικανική σκηνή παίρνουμε χιουμοριστικό υλικό. Υπάρχουν εξαιρετικοί δημιουργοί, παραγωγοί χιούμορ και comic-strip. Το Mad και το National Lampoon (που δυστυχώς δεν υπάρχει πια) είναι σημεία αναφοράς για μας, και πιστεύω ένα από τα σπουδαία πράγματα που κατάφερε το Παρά Πέντε είναι το πάντρεμα των δυο σχολών χιούμορ, της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής (που εκφράστηκε κυρίως στη Γαλλία από την ομάδα του  Hara-Kiri και του Charlie-Hebbo)

Αντίστοιχα ποια είναι η σχέση σου με τα Manga;
Με τα manga φοβάμαι ότι είμαι δέσμιος μιας προκατάληψης: Μου φαίνονται όλα ίδια. Βρίσκω ότι τα ευρωπαϊκά κόμικς έχουν πολύ μεγαλύτερη ποικιλία εκφραστικών μέσων. Αυτή βέβαια είναι μια επιπόλαιη ματιά μετά από λίγα διαβάσματα και το λέω χαριτολογώντας. Η Ιαπωνία έχει έναν πολιτισμό και μια εικονογραφική παράδοση αιώνων και κάτι πολύ σημαντικό γίνεται εκεί. Απλώς εγώ δεν είμαι σε θέση να το αξιολογήσω με τις ελλιπείς γνώσεις που έχω στο θέμα.

Πιστεύω ότι λύσαμε αρκετές απορίες του αναγνωστικού μας κοινού, οπότε δικαιούμαστε να κλείσουμε τη συνέντευξη με κάτι που αφορά εμάς, πέντε τακτικούς του forum του Comicart και κανα δυο ξέμπαρκους ακόμη. Γιατί «το κόμικς» και όχι το κόμικ ή ακόμη το comic; Και μάλιστα, γιατί αντιστρέφοντας τον ενικό με τον πληθυντικό; 
Η λογική του να λέμε «το κόμικς» στηρίζεται στο ότι δεν θεωρούμε αδόκιμο να συναντάς την ίδια λέξη και στον ενικό και στον πληθυντικό. Δεν λέμε τα ασανσέρς, λέμε τα ασανσέρ. Όσο για τον πληθυντικό, για μας η λέξη κόμικ είχε πάντα τη λογική του κωμικού, ήταν ένα επιμέρους πράγμα, συνθετικό ενός άλλου πράγματος, comic-strip, comic-book. Αναφερόμαστε στο κόμικς ως τη σωστή λέξη για ένα είδος που εμπεριέχει την έννοια περισσότερων τους ενός πραγμάτων, όχι απλώς το κωμικό, αλλά ως λέξη - έκφραση με μια δική της δυναμική. Η λέξη κόμικ μας φαίνεται λειψή και ανακριβής. Το comics εκφράζει πληρέστερα το μέσο. Και το comix  είναι η λέξη που εφευρέθηκε από τους ίδιους τους σκιτσογράφους του είδους για να ξεχωρίζει τα underground comics. Γι αυτό και είχαμε αποφασίσει τελικά στην πρακτική να λέμε «το κόμικς». Σε αυτό είχε συνηγορήσει και ο Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πέτρος Μαρτινίδης (στα βιβλία του το ανέφερε ως «το κόμικς»), όπως και ο Στάθης ο γελοιογράφος, ο Ηλίας Κανέλλης αναφέρεται κι αυτός στο κόμικς, όπως και ο Αρης Μαλανδράκης, εκ του Παρά Πέντε προερχόμενος. Δεν συζητάω βέβαια, καν την ιδέα του...

...εικονιστορήματα;
Ε, ναι τώρα! Λέξεις που έχουν καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου, ακόμη και με τις παραλλαγές τους, είναι βλακώδες να προσπαθείς να τις εξελληνίσεις! Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, σοφός δάσκαλος, είχε πει «ευτυχώς δεν υπάρχουν γλωσσικά τελωνεία» αναφερόμενος σε ξένες λέξεις που πλουτίζουν την ελληνική γλώσσα.

Species of articles