Κριτική: «Ερείπια»

Submitted by nikosal on Sat, 10/27/2018 - 16:03

Τα «Ερείπια» του Δ. Τριανταφύλλου δημοσιεύθηκαν στο τ. 25 του περιοδικού Αινίγματα του Σύμπαντος, το μακρινό 1977. Υπόθεση και στιλ γραφής «μιλούν» ανοιχτά για την εποχή: ένας αιώνιος πυρηνικός πόλεμος ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα μείον τους κατοίκους. Ο φόβος για ένα τέτοιου είδους σαρωτικό πόλεμο ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς της εφ τις δύσκολες δεκαετίες του '50 και του '60· στην Ελλάδα αναπόφευκτα με μια μικρή καθυστέρηση.

Αν και πάνω σε αυτό το αφήγημα φρέσκες ιδέες και προσεγγίσεις είναι δύσκολο να υπάρξουν -ήταν δύσκολο ήδη το '77- τα «Ερείπια» έχουν για τον αναγνώστη κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Οι γήινοι ήρωες εισέρχονται σε ένα αχανή υπόγειο χώρο όπου βήμα βήμα, από αίθουσα σε αίθουσα, κατανοούν τι έχει συμβεί στο πρόσφατο παρελθόν και το λόγο που δεν συναντούν πουθενά ζωή. Στο τέλος αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα: σταματούν αυτόν τον χωρίς νόημα πόλεμο καταστρέφοντας τους αυτοματισμούς που τον συντηρούν ή αφήνουν τις μάχες να συνεχίζονται, τα τανκς και τις βόμβες να παράγονται εσαεί, μοναδικό πλέον μνημείο ενός πολιτισμού που χάθηκε;

Ποιος ήταν ο Δ. Τριανταφύλλου και αν έχει γράψει κάτι άλλο, δεν γνωρίζω. Πιθανότατα αυτό ήταν το πρώτο του εφ διήγημα. Παρόλα αυτά η αφήγηση είναι σχετικά δουλεμένη, στρωτή. Έχει αδυναμίες: πλατειασμούς, διαλόγους χωρίς ιδιαίτερο νόημα, ασήμαντα γεγονότα που θα μπορούσαν να σβηστούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχει και λογικά παράδοξα. Για παράδειγμα, λίγες ώρες μετά από μια πυρηνική έκρηξη, οι γήινοι βολτάρουν στο επίκεντρό της, στο κρατήρα της, φορώντας «αντιραδιενεργό στολή». Αλλά δικαιολογούνται αυτά από την ανωριμότητα της ελληνικής εφ μια εποχή που τα αναγνώσματα ήταν ελάχιστα και παλαιότατα.

Ενδιαφέρον έχει, από την πλευρά του εκδότη αυτή τη φορά, μια σύντομη κριτική που παρατίθεται στο τέλος του διηγήματος: «(...) θα προτιμούσαμε βέβαια, η τύχη του άγνωστου πλανήτη (...) να παρουσιάζεται πιο εμφαντικά, πιο έμπρακτα. Υπάρχουν, βέβαια, όλα τα στοιχεία που οδηγούν στα συμπεράσματα (...) σχετικά με την ιστορία της μοίρας των κατοίκων του. Όμως εκείνο που πιστεύουμε εμείς είναι ότι αυτά τα συμπεράσματα, όσο και αν είναι κακό αναπόφευκτο σε τέτοιου είδους διηγήματα εφ, να τα βγάζει ο αναγνώστης από τη διεξαγωγή των πράξεων. Δηλαδή από τις ανθρώπινες συγκρούσεις και πράξεις. Τότε αποκτούν αναγλυφικότητα, και πιθανοφάνεια (...) αυτός είναι μάλλον ένας σίγουρος τρόπος να αποφεύγει κανείς τον διδακτισμό και την αίσθηση ότι οι γήινοι είναι πάντα πιο έξυπνοι» (σελ. 58).