Από τον Jack Barron στον Τρίτωνα

Submitted by nikosal on Thu, 04/13/2017 - 22:12

Ο Δημήτρης Αρβανίτης

Ο Δημήτρης Αρβανίτης συμμετέχει στα ελληνικά πράγματα της επιστημονικής φαντασίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’80: Μεταφραστής και επιμελητής, υπεύθυνος σύνταξης του περιοδικού Απαγορευμένος Πλανήτης καθώς και της πρώτης σειράς βιβλίων εφ του Παραπέντε (με τίτλο «ArsLonga»), δημιούργησε αργότερα τις εκδόσεις «Τρίτων», οι οποίες πρόσφεραν στο κοινό έργα γνωστών ξένων συγγραφέων αλλά και μια «ελληνική» σειρά που μας πρόσφερε πέντε τίτλους τεσσάρων συγγραφέων. Τη συνέντευξη που ακολουθεί έδωσε στον Νίκο Αλμπανόπουλο τον Ιούλιο 2011.

Νίκος Αλμπανόπουλος: Θυμάσαι την πρώτη σου επαφή με το φανταστικό και το διάστημα;

Δημήτρης Αρβανίτης: Θυμάμαι κάποιες ταινίες, μάλλον εκείνες τις ιταλικές με τον Μασίστα, τον Ηρακλή, τις Αμαζόνες, την Ατλαντίδα – όλες αυτές ήταν «φανταστικό», σωστά; Τις έβλεπα στα θερινά, πριν πάω καν στο δημοτικό. Βοήθησε και ο μανάβης της γειτονιάς, που κάρφωνε σ’ ένα τσιγκέλι κομμένες σελίδες από εφημερίδες για να τυλίγει τα λαχανικά. Εκεί ανακάλυψα κάτι κόμικς στριπ με τον Ταρζάν, τις παλιές ιστορίες με τους πιθηκανθρώπους και τους δεινόσαυρους. Όσο οι γονείς μου ψώνιζαν, εγώ διάβαζα.

Λίγο μετά πρέπει να ήρθαν τα περίφημα Διαπλανητικά, Εκπληκτικά, Παράξενα, Δυναμικά. Δεν τα πρόλαβα στην πρώτη τους έκδοση, στα περίπτερα πρέπει να ήταν το στοκ που είχε μείνει στον εκδότη και το διένειμε ξανά. Διάφορα νούμερα ανακατεμένα, έψαχνα εδώ κι εκεί αυτά που μου έλειπαν. Στο δημοτικό διάβασα τον Ιούλιο Βερν. Δανειζόμουν ένα-ένα τα βιβλία του από τη σπιτονοικοκυρά, που είχε όλη τη σειρά.

Όμως πάντα, από όσο μπορώ να θυμηθώ, ένιωθα μια γοητεία για το φανταστικό, την τεχνολογία, το διάστημα – αλλά δεν ισχύει το ίδιο για όλα τα παιδιά; Από την άλλη, πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο κι ο αδελφός μου, που ήταν επτά χρόνια μεγαλύτερος. Θυμάμαι να μου λέει πόσο τον εντυπωσίαζαν ταινίες που έβλεπε, όπως το 2001 και ο Πλανήτης των Πιθήκων. Σίγουρα με επηρέασε αρκετά.

Μου θυμίζεις που με είχε καθηλώσει η αδελφή μου, να μου διηγείται σκηνή-σκηνή το 2001. Όμως δεν ξεχνώ πιο μικρός πόσο με είχε εντυπωσιάσει το αληθινό ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη.

Ο Απόλλων 11, ε; Εμείς δεν είχαμε τηλεόραση, οπότε πήγαμε να δούμε τον πρώτο άνθρωπο να περπατάει στη Σελήνη σ’ έναν φίλο του πατέρα μου. Η τηλεόραση στην Ελλάδα ήταν ασπρόμαυρη τότε, αλλά κάποιοι πουλούσαν ένα φοβερό γκάτζετ: ένα γυαλί που το στερέωνες μπροστά στην οθόνη και μεγέθυνε την εικόνα, ενώ συγχρόνως σου έδινε την ψευδαίσθηση του έγχρωμου, γιατί ήταν χρωματισμένο πρασινωπό στο κάτω μέρος και γαλαζωπό επάνω. Αυτό λειτουργούσε μια χαρά όταν έβλεπες το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, αλλά φαντάσου το με τον Νιλ Άρμστρονγκ στη Σελήνη!

Λίγο αργότερα, το 1970, πήγαινα σ’ έναν γείτονα μια φορά την εβδομάδα για το Σταρ Τρεκ, το «Ταξίδι στ’ Αστέρια», όπως το έλεγαν. Και το κομπιούτερ το μετέφραζαν «διερευνητή»! Αργότερα, σε άλλους γείτονες τα βράδια, έβλεπα Εκδικητές, Άνθρωπος της UNCLE, Άγρια Δύση (Wild, WildWest, το πρώτο στίμπανκ), Οι Εισβολείς, Χίτσκοκ, Ζώνη του Λυκόφωτος...

Τα πρώτα σου βιβλία μετά τον Βερν;

Κάποια στιγμή ήρθαν τα Βίπερ. Μαζί με τα αστυνομικά, τους κλασικούς και τα υπόλοιπα, είχαμε ξαφνικά τους Επικυρίαρχους του Κλαρκ, τον Εικονογραφημένο Άνθρωπο του Μπράντμπερι, τον Άλντους Χάξλεϊ. Ανακάλυψα και τα Φανταστικά διηγήματα που είχε βγάλει ο Γαλαξίας σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Και οι εκδόσεις Άγκυρα, που έβγαζαν κι αυτές βιβλία τσέπης, είχαν εκδώσει Ουέλς, Κόναν Ντόιλ κ.ά. Αλλά συνολικά πολύ λίγα βιβλία του είδους υπήρχαν εκείνη την εποχή. Έτσι, με μεγάλη χαρά είδαμε το 1976 τις μεγάλες ανθολογίες του Εξάντα, με όλα εκείνα τα κλασικά διηγήματα, και τα εννιά τεύχη του περιοδικού Αναλόγιο που έβγαλε ο Κώστας Καββαθάς τέλη 1976 με μέσα 1977.

Οι ανθολογίες του Εξάντα αποτέλεσαν κομβικό σημείο. Ο Βασίλης Καλλιπολίτης διάλεξε ό,τι καλύτερο από τη δεκαετία του ’30 μέχρι τότε. Έτσι, γνωρίσαμε και τις νεότερες τάσεις, το λεγόμενο «νέο κύμα». Ήταν μια αποκάλυψη, το πόσο αυτό διεύρυνε τους ορίζοντες του είδους, τι δυνατότητες έδινε. Τώρα μπορούσαμε να λέμε, και με παραδείγματα, ότι η εφ ήταν ενήλικη λογοτεχνία, «σοβαρή» και με άποψη.

Τότε ήρθε και η χιονοστιβάδα του Κάκτου...

...που ξεκίνησε τη δική του σειρά με Κλαρκ και Ασίμοβ, αλλά και Λε Γκεν και Μπέστερ. Ήταν και ο Μπουκουμάνης, που έβγαλε Μπράντμπερι, Ντικ, Σπίνραντ. Πληθωρισμός βιβλίων, σε σχέση με το τι υπήρχε μέχρι τότε. Σε αντίθεση όμως με τον Εξάντα, ο Κάκτος δεν είχε κανένα κριτήριο, κι έβγαζε κι άσχετους συγγραφείς μαζί με τους αξιόλογους. Άσε που οι μεταφράσεις του δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Επειδή λοιπόν εκείνη την εποχή δημιουργούταν το κοινό της εφ, έκανε την πρώτη επαφή μαζί της, όποιος τύχαινε να πέσει σε τέτοια βιβλία κακομεταφρασμένα κι άσχετα, κινδύνευε να σχηματίσει λάθος άποψη για το είδος. Κι επιπλέον, έμπλεξε την εφ με το μεταφυσικό: όταν πήγαινα στο βιβλιοπωλείο του Κάκτου να δω τι καινούριο είχε εκδώσει, προσπαθούσαν να μου πλασάρουν και τη γνωστή σειρά του Λόμπσανγκ Ράμπα...

Τέλος πάντων, τότε ήμουν στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και δούλευα με τον Λεωνίδα Χρηστάκη, που έβγαζε το Ιδεοδρόμιο κι ένα σωρό άλλα βιβλιαράκια, έντυπα κλπ. Εκεί έμαθα όλη τη διαδικασία της εκδοτικής παραγωγής, αλλά και της διανομής, γιατί μοίραζα επίσης τα περιοδικά στα βιβλιοπωλεία. Το 1978, ο Άγγελος Μαστοράκης (που είχε ήδη μια τεράστια βιβλιοθήκη με βιβλία εφ στα αγγλικά) έβγαλε ένα περιοδικό εφ, το Nova, κι ανέλαβα να το μοιράζω κι αυτό στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Πώς νομίζεις το αντιμετώπισαν στα «σοβαρά» βιβλιοπωλεία; Θυμάμαι για παράδειγμα ότι στον Γκούτενμπεργκ, που ήταν τότε στη Σόλωνος, δεν το πήραν: «Δεν πουλάμε εδώ Ντένικεν και τέτοια πράγματα», μου είπαν.

Ούτως ή άλλως, τα βιβλία του χώρου που μεταφράζονταν δεν μας έφταναν. Άρχισα να διαβάζω στα αγγλικά, σιγά-σιγά, με το λεξικό στην αρχή, ό,τι βιβλία μπορούσα να βρω από τους συγγραφείς που είχα μάθει από τον Εξάντα. Ό,τι υπήρχε στον Ελευθερουδάκη, στο Compendium στο Σύνταγμα, στη Φωλιά του Βιβλίου (που έφερνε πολλά και καλά βιβλία εφ τότε).

Με τον μακαρίτη τον Βαγγέλη Κοτρώνη είχαμε ξεκινήσει ένα περιοδικάκι, τη Χιονάτη για Μεγάλους, κι εκεί έκανα ένα μικρό αφιέρωμα για την εφ μεταφράζοντας μερικά διηγήματα. Μετά κάναμε το Ciné Φανταστικό, που έβγαλε μόνο δύο τεύχη το 1983, κι ήταν αφιερωμένο στο χώρο, κυρίως στον κινηματογράφο.

Έχουμε πια μπει στη δεκαετία του ’80...

Κάπου τότε διάβασα το Bug Jack Barron του Νόρμαν Σπίνραντ, που με εντυπωσίασε. Δεν ήταν μόνο το στυλ γραφής του, αλλά και το θέμα του: παρόλο που είχε περάσει δεκαετία από τότε που γράφτηκε, δεν ήταν ξεπερασμένο, τουλάχιστον στην Ελλάδα, που δεν είχαμε ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία και οι σταθμοί ήταν ακόμα κρατικοί. Σκέφτηκα ότι αυτό το βιβλίο έπρεπε οπωσδήποτε να βγει στα ελληνικά, αλλά ήταν τόσο δύσκολο, που μπορεί να το έπιανε κάποιος και να του άλλαζε τα φώτα. «Και γιατί να μην το μεταφράσω εγώ»; αναρωτήθηκα με την έπαρση των εικοσικάτι ετών μου.

Ξεκίνησα λοιπόν να το μεταφράζω, κι όταν έφτασα στα τρία τέταρτα άρχισα να ψάχνω εκδότη. Πήγα πρώτα στον Εξάντα, φυσικά, αλλά πρέπει να ήταν η εποχή που αποχωρούσε ο Καλλιπολίτης και δεν ενδιαφέρθηκαν. Πήγα στα Γράμματα, πήγα στη Νεφέλη. Τους άρεσε, αλλά το είδος δεν τους ενδιέφερε. Τότε γνώρισα, μέσω του Αρκά, τον Γιώργο Μπαζίνα που έβγαζε τη Βαβέλ μαζί με τη Νίκη Τζούδα. Επρόκειτο να χωρίσουν την εταιρεία, κι ο Μπαζίνας, εκτός από τα κόμικς, ενδιαφερόταν και για την εφ. Του άρεσε ο Τζακ Μπάρον, κι έτσι ξεκινήσαμε τη σειρά των βιβλίων της Ars Longa. Συνεχίσαμε με Φίλιπ Ντικ, που μας άρεσε πολύ, και διαλέξαμε πρώτα το Ηλεκτρικό Πρόβατο, λόγω της ταινίας, και μετά τα Τρία Στίγματα του Πάλμερ Έλντριτς. Ήταν μια μετάφραση της Ρένας Χατχούτ, που είχε γίνει από παλιά για τον Εξάντα και βρέθηκε σε ένα τυπογραφείο, όπου είχε ξεχαστεί. Και σιγά-σιγά βγάλαμε Ντηλέινυ, Μπέστερ, Ντις, Ζελάζνυ, Λε Γκεν και άλλους. Και τη σειρά του Ντάγκλας Άνταμς Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ. Από την αρχή συζητήσαμε και την ιδέα της έκδοσης ενός περιοδικού εφ. Κατά την προετοιμασία της έκδοσης, επέλεξα και μετέφρασα κάποια διηγήματα, που μπήκαν τελικά στην Επόμενη Μέρα (1985-1986), ένα περιοδικό κόμικς που έδινε βάρος στην εφ, κι αργότερα συγκεντρώθηκαν στην ανθολογία «4Χ4» (1988). Τελικά, την άνοιξη του 1987, κυκλοφόρησε ο πρώτος Απαγορευμένος Πλανήτης.

Το πρώτο περιοδικό εφ στην Ελλάδα που είχε διάρκεια;

Υπήρχε και το Αναλόγιο, δέκα χρόνια νωρίτερα. Μπορεί να μην κράτησε πολύ, αλλά όσο κυκλοφορούσε, κυκλοφορούσε τακτικά. Ο Πλανήτης είχε μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά έβγαινε σε ακανόνιστα διαστήματα.

Πάντως το σημαντικό για μένα ήταν η καλή συνεργασία με τον εκδότη. Ήμουν διευθυντής σύνταξης, έκανα την επιλογή των διηγημάτων και τη γενικότερη επιμέλεια, αλλά ο Γιώργος Μπαζίνας συμμετείχε ενεργά στο περιοδικό, επειδή αγαπούσε κι αυτός πολύ την εφ. Για τα διηγήματα ψάχναμε σε ανθολογίες και στα μεγαλύτερα ξένα περιοδικά, όπως το Asimov’s, το Magazine of Fantasy and Science Fiction, αλλά και το αγγλικό Interzone. Έτσι, κάποια στιγμή φτάσαμε να βάζουμε διηγήματα που είχαν μόλις δημοσιευθεί στο εξωτερικό. Σχηματίστηκε μια μικρή ομάδα μεταφραστών και έκανε στα δυο πρώτα τεύχη την εικονογράφηση ο Ζαφείρης Ιωσηφίδης.

Από ό,τι θυμάμαι στα δικά σου χρόνια δεν είχαν ακόμα δημοσιευθεί διηγήματα Ελλήνων.

Δεν είχα εκείνο τον καιρό υπόψη μου κάποιο αδημοσίευτο διήγημα Έλληνα συγγραφέα που να μου αρέσει. Είχαν σταλεί ελάχιστα, από άγνωστους κυρίως συγγραφείς, τα είχα διαβάσει, αλλά δεν έκρινα ότι διέθεταν την απαιτούμενη ποιότητα και ωριμότητα. Δεν μιλάμε για ανθρώπους όπως ο Πανώριος και ο Μπαλάνος, που είχαν ήδη δημοσιεύσει τη δουλειά τους σε συλλογές.

Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές με έχουν ρωτήσει γιατί δεν δημοσιεύσαμε Έλληνες, μήπως ήταν «άποψη» ή εκλεκτισμός. Όχι. Απλώς δεν μας είχαν σταλεί διηγήματα που να ανταποκρίνονται στο επίπεδο που επιδιώκαμε για το περιοδικό. Ελπίζω τουλάχιστον να συνέβαλε το περιοδικό στο να ξεπηδήσει αργότερα η νεότερη γενιά Ελλήνων, που έγραψε ποιοτικά.

Όμως ο Πλανήτης έκλεισε. Δεν είχε απήχηση;

Είχε απήχηση, αλλά όχι την κυκλοφορία που θα τον έκανε αυτάρκη. Ουσιαστικά τα βιβλία χρηματοδοτούσαν το περιοδικό, το οποίο μαζί με το Παρά Πέντε αποτελούσε ένα καλό μέσο για να διαφημιστούν τα βιβλία. Βοήθησε και το βιβλιοπωλείο, που ήταν στο κέντρο της Αθήνας και τραβούσε πολύ κόσμο. Τα δύο μαζί –σειρά εφ βιβλίων και Πλανήτης– θα μπορούσαν να έχουν διάρκεια, αλλά για επιχειρηματικούς λόγους αυτό δεν επιτεύχθηκε. Προσπάθειες να μεγαλώσει η κυκλοφορία του έγιναν, αλλά δεν απέδωσαν όσο θέλαμε. Με τη βοήθεια του Χρήστου Αρβανίτη βελτιώθηκε ο σχεδιασμός και άλλαξε το σχήμα, μεγάλωσε, για να φαίνεται καλύτερα το περιοδικό στα περίπτερα, μπήκαν ειδήσεις και μικρά επιστημονικά άρθρα, έγιναν κάποια βήματα. Αλλά ποτέ δεν φτάσαμε το τιράζ που θα καθιέρωνε το περιοδικό. Μην ξεχνάτε πόσο δύσκολη είναι η υπόθεση «έκδοση περιοδικού» στην Ελλάδα, ακόμα και σε θέματα πιο mainstream, πόσω μάλλον στην επιστημονική φαντασία.

Πάντως βγήκαν αρκετά τεύχη ώστε μέχρι σήμερα να είναι το περιοδικό με τη μεγαλύτερη διάρκεια στην ελληνική εφ, όπως είπαμε. Για χρόνια συναντούσα κόσμο που μου έλεγε ότι το διάβαζε τακτικά. Δημιούργησε με δυο λόγια ένα πιστό κοινό, που αναζητούσε φρέσκια και καλή εφ. Και φυσικά συνέχισε και αφού αποχώρησα, σε μια δεύτερη περίοδο, έξι χρόνια αργότερα, με τον Χριστόδουλο Λιθαρή στη θέση του διευθυντή σύνταξης. Τα αρχικά τεύχη ήταν δέκα, άλλα εννέα βγήκαν από το 1996 έως το 1999.

Γιατί έφυγες;

Είναι τόσα χρόνια πια από τη διακοπή της συνεργασίας μας, μιλάμε για το 1989-90, που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Έμενα γιατί μου άρεσε η εφ και η δουλειά που κάναμε με τον Πλανήτη και τα βιβλία, και οι ιδανικές συνθήκες εργασίας. Και έφυγα γιατί κάποια στιγμή παρουσιάστηκαν προβλήματα. Υπήρχαν έτοιμα, μεταφρασμένα βιβλία που δεν έβγαιναν λόγω αδυναμίας του εκδότη (μάλιστα κάποια βγήκαν αργότερα στις εκδόσεις Μέδουσα). Για ένα διάστημα πάγωσαν όλα, βιβλία και περιοδικό, και η αποχώρηση ήρθε φυσιολογικά, χωρίς να υπάρξουν προσωπικές τριβές. Αλλά μην μπορώντας να σταματήσω αυτό που έκανα, αποφάσισα να ξεκινήσω τις δικές μου εκδόσεις.

Και έτσι φτάνουμε στον Τρίτωνα...

Εκδόσεις ΟΜΜΑ αρχικά, σε Τρίτων μετασχηματίστηκαν αργότερα. Πιο πριν είναι αλήθεια είχα βολιδοσκοπήσει ένα-δυο εκδότες για την πιθανότητα μιας νέας εφ σειράς, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση, οπότε πήρα την απόφασή μου να προχωρήσω αυτόνομα. Συνεργάστηκα εταιρικά με την Παυλίνα Κιουρτσιδάκη, που έκανε λέτερινγκ στο Παρά Πέντε, και βγάλαμε τον Μάγο του Αρχιπελάγους, με μεταφράστρια τη Λίλη Ιωαννίδου.

«One small step for a man...» Εδώ ισχύει το αντίθετο, μικρός εκδοτικός οίκος ίσον μεγάλο και αβέβαιο βήμα για τον νέο εκδότη. Η μετάφραση και η σελιδοποίηση λίγων βιβλίων το χρόνο μπορεί να γίνει με πολλή προσωπική δουλειά, αλλά τι γίνεται με τη διανομή;

Πράγματι, η διανομή είναι ίσως το πιο δύσκολο σκέλος, αλλά εκείνη την εποχή υπήρχε φως με τις μικρές συνεργατικές εταιρείες, στις οποίες ήταν μέτοχοι εκδότες, και προωθούσαν τα βιβλία τους. Και μπορώ να πω ότι πήγαμε καλά, τηρούμενων των αναλογιών. Δεν ήταν βέβαια όπως τη δεκαετία του ’80, όταν τα βιβλία έβγαζαν μέσα σε λίγους μήνες τα έξοδά τους, υπήρχε μια γενική κάμψη στην ελληνική αγορά, παρ’ όλα αυτά με τις πωλήσεις που είχαμε ήμασταν σε θέση να στηρίζουμε το επόμενο κάθε φορά βιβλίο. Βγάλαμε τα τρία πρώτα βιβλία της Γαιοθάλασσας και τα Θεμελιακά Πράγματα, μια συλλογή κυβερνοπάνκ-μεταμοντέρνων διηγημάτων. Το 1994 έφυγε η Παυλίνα από την εταιρεία και μπήκε η Δέσποινα Παπαδοπούλου από το «Σολάρις», οπότε οι εκδόσεις μετονομάστηκαν σε Τρίτων. Χάρη στην πείρα της Δέσποινας από το βιβλιοπωλείο, είχαμε μια καλύτερη παρουσία, βγάλαμε τα Βιβλία του Αίματος του Κλάιβ Μπάρκερ, δυο βιβλία του Σπίνραντ –το Πασίφικα και τους Πράκτορες του Χάους– και άλλα. Όλα αυτά πήγαν σχετικά καλά. Το 1998-99 αποχώρησε και η Δέσποινα, θέλοντας να αφιερωθεί στο βιβλιοπωλείο.

Δηλαδή έμεινες μόνος.

Μόνος και με αρκετές δυσκολίες: δικαιώματα, μεταφράσεις, επιμέλειες, παραγωγή, εφορία, τράπεζες, διανομή, τηλέφωνα, κυνήγι να εισπράξεις τα οφειλόμενα... Πολύ δύσκολα γίνονται όλα αυτά από έναν άνθρωπο. Σημειωτέον ότι η εκδοτική δραστηριότητα δεν αρκούσε για τα προς το ζην, οπότε όλο αυτό το διάστημα δούλευα σε μια εταιρεία που έκανε από γραφικά μέχρι software... Έτσι ξεκινά ένας φαύλος κύκλος: Αν ασχολείσαι μόνο με τα βιβλία σου, δεν βγάζεις αρκετά ώστε να τα χρηματοδοτήσεις, κι αν κάνεις άλλη δουλειά, δεν έχεις αρκετό χρόνο να ασχοληθείς με τα βιβλία...

Τέλος πάντων, το 1999 ήταν που έβγαλα το πρώτο βιβλίο Έλληνα συγγραφέα, το Σάρκινο Φρούτο του Μιχάλη Μανωλιού.

Οπότε ο άνθρωπος που δεν είχε βάλει Έλληνες στον Πλανήτη, έκανε το άλμα να εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων ενός άγνωστου και νεαρού Έλληνα συγγραφέα...

Μα εξακολουθούσα να ακούω την ίδια γκρίνια, στις παρέες μου, στην ΑΛΕΦ, «γιατί δεν βγάζεις Έλληνες». Και σκεφτόμουν, υπάρχει κάτι; Αν βρεθεί, θα το βγάλω. Τον Μανωλιό τον έστειλε σε μένα ο Δημήτρης Βανέλλης. Μου είπε ότι είχε πάει ήδη τα διηγήματά του στον Αίολο, και μπορούσα να τα δω και εγώ, όπως και έγινε. Ήταν ό,τι πιο άρτιο είχα διαβάσει μέχρι τότε. Υπήρχαν κάποια πρωτόλεια διηγήματα, που δεν μπήκαν τελικά στο βιβλίο, αλλά η «Σοκολάτα» μου έκανε μεγάλη εντύπωση: ήταν το πιο δυνατό διήγημα, και άξιζε να βγει η συλλογή ακόμα και γι’ αυτό μόνο.

Βλέπω είσαι της άποψης ότι πρέπει να διαβάζουμε με... υπόμνημα!

Ε, μην τα θέλουμε κι όλα στο πιάτο! Ξέρεις ότι ο αναγνώστης της εφ είναι κατά κάποιον τρόπο εκπαιδευμένος να διαβάζει διαφορετικά από τον αναγνώστη του mainstream. Όταν διαβάζεις εφ, πρέπει να αμφιβάλλεις για το νόημα της κάθε λέξης –τι εννοούμε λέγοντας πλοίο, ομοσπονδία, μάτι κλπ. Σκέψου πώς αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης της mainstream λογοτεχνίας τη φράση «ο νους του πέταξε πάνω από την πόλη» (ένα παράδειγμα δίνω) και πώς ο αναγνώστης της εφ: ενδεχομένως κυριολεκτικά. Στην εφ, με δυο λόγια, κατασκευάζεις έναν ολόκληρο κόσμο από την αρχή. Χωρίς τίποτα δεδομένο, με μόνο οδηγό τις νύξεις που σου προσφέρει ο συγγραφέας. Κι αυτό το παιχνίδι είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν την εφ ελκυστική. Άλλωστε, μια επεξηγηματική εισαγωγή δεν είναι λογοτεχνία. Πάντως, ακόμα και αν ο αναγνώστης δεν κατανοήσει με το πρώτο διάβασμα όλες τις πλευρές της Σοκολάτας, αντιλαμβάνεται ότι το διήγημα κρύβει κάτι δυνατό.

Πώς πήγε από πωλήσεις;

Όχι καλά. Ένα πολύ μικρό αριθμό έδωσε. Αλλά πώς να πάει καλύτερα με τις συγκεκριμένες συνθήκες διανομής; Στις εκθέσεις και στα βιβλιοπωλεία υπάρχει περιορισμένος χώρος για βιβλία στον πάγκο. Αν το βιβλίο δεν πουλήσει μόλις βγει, αποσύρεται στα ράφια, δεν γίνονται νέες παραγγελίες, εξαφανίζεται. Και πώς θα πουλήσει το βιβλίο αν δεν μείνει στη βιτρίνα, στον πάγκο, αν δεν φαίνεται; Άλλος ένας φαύλος κύκλος. Αυτό συνέβη στο Σάρκινο Φρούτο, και σε πολλά άλλα βιβλία.

Άσε που τελευταία τα περισσότερα βιβλιοπωλεία, ακόμα και οι μεγάλες αλυσίδες, δεν διατηρούν καθόλου στοκ, περιμένουν να ζητήσει ο πελάτης κάποιο βιβλίο για να το παραγγείλουν. Αν μάλιστα ο υπάλληλος είναι άσχετος ή ο ιδιοκτήτης έχει προβλήματα με τον χοντρέμπορο -του χρωστάει φέρ' ειπείν ήδη πολλά ή δεν ξέρω τι- μπορεί να πει στον πελάτη ότι το βιβλίο είναι εξαντλημένο!

Παρ’ όλα αυτά δεν σταμάτησες την «ελληνική» σειρά.

Δεν με απασχόλησε η εμπορική επιτυχία της περισσότερο σε εκείνη τη φάση, αφού ούτως ή άλλως δεν είχα άλλο βιβλίο υπόψη. Αργότερα ήρθαν οι υπόλοιποι. Εξάλλου μεσολάβησαν και τα άλλα δύο βιβλία της Λε Γκεν από τη Γαιοθάλασσα, οπότε ρεφάραμε κάπως.

Θα χαιρόταν και η Λε Γκεν αν ήξερε ότι... συνέβαλε να βγουν και άλλοι Έλληνες. Δεύτερος ήταν ο Κούστας;

Ο Παναγιώτης είχε δημοσιεύσει στο «9» μερικά διηγήματα και κάποια στιγμή είχαμε συζητήσει την πιθανότητα έκδοσής τους. Εκείνος αποφάσισε να γράψει κάτι εξαρχής. Κι έτσι βγήκε το 6 Δισεκατομμύρια Τρόποι Ζωής, με πολιτική θεματολογία και πρωτότυπη μορφή.

Τώρα από το 1999 έχουμε φτάσει στο 2007, και η έκδοση είναι κάπως πιο εύκολη, με το print on demand και τη νέα γενιά μηχανημάτων. Μπορείς πλέον να τυπώσεις μικρό τιράζ, οπότε δεν μένεις με στοκ που πιάνει χώρο και δεσμευμένο κεφάλαιο. Το κόστος ανά βιβλίο είναι μεγαλύτερο, αλλά η απόσβεση γίνεται με λιγότερα αντίτυπα. Από την άλλη, όμως, έχεις και μικρότερο κέρδος συνολικά, οπότε δεν μπορείς να στηρίξεις εκεί το επόμενο βιβλίο, ενώ μια ανατύπωση έχει το ίδιο κόστος με την πρώτη έκδοση. Με δυο λόγια: μικρότερος κίνδυνος, μηδέν κέρδος.

Ο Κούστας πώς πήγε από πωλήσεις;

Στα αναμενόμενα. Αρχικά κινήθηκε καλούτσικα, μετά υποχώρησε. Τα ίδια πάνω κάτω έγιναν αργότερα και με τα άλλα βιβλία, το Λάθος Οδηγίες του Αλέκου Παπαδόπουλου, το Σχέδιο Φράκταλ του Κώστα Χαρίτου και τη δεύτερη συλλογή του Μανωλιού, ...και το Τέρας. Σπουδαίες πωλήσεις η ελληνική εφ δεν θα κάνει εύκολα. Το θέμα είναι ότι η σειρά, καθώς εμπλουτίζεται, αποκτά πια μια βαρύτητα, το ένα βιβλίο μπορεί να βοηθήσει το άλλο, να ψάξει ο αναγνώστης του και τα υπόλοιπα. Συνεπώς, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι οικονομικές συνθήκες και εφόσον εμφανίζονται αξιόλογα έργα, θα προσπαθήσω να τη συνεχίσω.

Πώς ήταν η σχέση σου, ως εκδότης, με τους τέσσερις; Τους έκανες υποδείξεις να αλλάξουν συγκεκριμένα πράγματα; Συνεργάστηκαν αυτοί;

Τον Μανωλιό σου είπα πώς τον γνώρισα. Τον Παναγιώτη Κούστα τον ήξερα από την εποχή του Απαγορευμένου Πλανήτη, κι έγραφε από τότε αν και όχι ακριβώς εφ. Συζητούσαμε τα διηγήματά του, κι όταν βγήκε το «9», που δημοσίευε κάθε βδομάδα κι ένα διήγημα εφ, τον ενθάρρυνα να στείλει δουλειά του εκεί. Τον Παπαδόπουλο και τον Χαρίτο τους γνώρισα από την ΑΛΕΦ, ή ίσως από το «9», ή από τα Φεστιβάλ της Σύρου, θα σε γελάσω.

Υποδείξεις, ασφαλώς και τους έκανα. Υπολόγιζα τη χρονοστρέβλωση βάσει των σχετικιστικών εξισώσεων κι έβρισκα πού είχαν πέσει έξω μερικά δεκαδικά. Σοβαρά τώρα, και οι τέσσερις θέλουν την κριτική κι ενδιαφέρονται πολύ να διορθώσουν κάθε τυχόν ατέλεια ή παράβλεψή τους.

Στο μεταξύ έκανες το μεγάλο βήμα με τον Βασανιστή.

Η έκδοση της Σκιάς του Βασανιστή (του Βιβλίου του Νέου Ήλιου, όπως ονομάζεται το όλο έργο) ήταν μια παλιά ιδέα, είχε ξεκινήσει όταν ακόμα ήμασταν μαζί με τη Δέσποινα. Αλλά η έκδοση είχε καθυστερήσει. Μάλιστα στην αρχή δεν μπορούσα καν να βρω τον πράκτορα για τα δικαιώματα. Και η μετάφραση προχωρούσε αργά, αφού δεν μιλάμε για ένα απλό έργο. Έχουν γραφτεί πολλές αναλύσεις και μελέτες γι’ αυτό, υπάρχει ακόμα και λεξικό. Ήθελα πάντως να κάνω εγώ την μετάφραση, γιατί είχα ασχοληθεί χρόνια με το έργο, το είχα μελετήσει, ήταν κάτι που το σκεφτόμουν από τότε που είχε πρωτοκυκλοφορήσει. Στο μεταξύ όμως το κόστος μεγάλωνε. Αναγκάστηκα λόγω των καθυστερήσεων να πληρώσω δεύτερη φορά τα δικαιώματα, κατόπιν δέχτηκα πίεση για το ρυθμό της έκδοσης... Τέλος πάντων, το αποτέλεσμα σήμερα είναι δύο τόμοι, το μισό έργο, και θα ακολουθήσουν σίγουρα οι υπόλοιποι δύο. Έστω και σε πιο μικρό τιράζ, η Σκιά θα ολοκληρωθεί, και ο αναγνώστης θα έχει τη δυνατότητα να τη διαβάσει ολόκληρη στα ελληνικά.

Πόσο κοστίζουν τα δικαιώματα;

Το ποσό που πληρώνεις με την υπογραφή του συμβολαίου είναι μια προκαταβολή των πνευματικών δικαιωμάτων έναντι των πωλήσεων. Το ελάχιστο, αν δεν κάνω λάθος, είναι το 7,5% επί της λιανικής, όπως υπολογίζονται πάντα αυτά (μιλάω για τα μεταφρασμένα έργα, γιατί για τους έλληνες συγγραφείς νομίζω ότι ο νόμος ορίζει ελάχιστο 10%). Αν λοιπόν σκοπεύεις να τυπώσεις 1.500 αντίτυπα ενός βιβλίου που θα πωλείται 15 ευρώ, τα δικαιώματα έρχονται αρκετά πάνω από 1,500 ευρώ. Βέβαια, αν εσύ δεν έχεις δικό σου μηχανισμό διανομής, θα το διακινείς μέσω των χονδρεμπόρων, στους οποίους θα το δίνεις με 50% έκπτωση (γιατί κι εκείνοι το δίνουν με 35-45% έκπτωση στους βιβλιοπώλες), δηλαδή θα εισπράττεις 7,50 ευρώ το αντίτυπο και θα πρέπει να πουλήσεις πάνω από 200 για να καλύψεις μόνο τα δικαιώματα – πριν ακόμα πληρώσεις μετάφραση, εκτύπωση κλπ.

Από την άλλη μεριά, τελευταία γίνονται και πλειστηριασμοί δικαιωμάτων για μπεστσελερίστες συγγραφείς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εκδότες που πληρώνουν πενταψήφιες προκαταβολές για δικαιώματα. Αυτό δεν είναι παράλογο για την ελληνική αγορά;

Τουλάχιστον πήγε καλά;

Πήγε, αλλά θα μπορούσε να πάει πολύ καλύτερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν είχε βγει από κάποιο μεγάλο εκδοτικό οίκο θα είχε κάνει πολύ καλύτερες πωλήσεις. Σου είπα πριν για το πρόβλημα της διανομής, το οποίο όμως συνδέεται με τη διαφήμιση και τις δημόσιες σχέσεις. Δηλαδή ένα βιβλίο θα μείνει περισσότερο στον πάγκο αν έχει ζήτηση, αν το κοινό που διαβάζει και αγοράζει βιβλία μάθει γι’ αυτό και το ζητάει. Λοιπόν, ενώ στην Ελλάδα έχουμε ένα σωρό έντυπα για το βιβλίο, αν δεν γνωρίζεις προσωπικά τον εκδότη/υπεύθυνο ή δεν διαφημίζεσαι σ’ αυτό, δεν υπάρχεις. Ναι, ακούγεται συνωμοσιολογικό, αλλά εδώ και αρκετά χρόνια τα καινούρια βιβλία που εκδίδω δεν αναφέρονται καν, σε καμία εφημερίδα και σε κανένα σχετικό περιοδικό, παρ’ όλα τα αντίτυπα και τα δελτία Τύπου που τους στέλνω.

Με τον Γουλφ περίμενα κάτι παραπάνω. Εντάξει, δεν κάνει τις τρελές πωλήσεις στην Αμερική, αλλά όλοι οι κριτικοί τον θεωρούν μεγαλοφυΐα, τουλάχιστον στον χώρο του φανταστικού, και το Βιβλίο του Νέου Ήλιου θεωρείται ένα από τα κλασικά έργα του εικοστού αιώνα στο είδος. Ε, δεν υπήρξε ένας, μα ούτε ένας που να γράψει: «Μεταφράστηκε στα ελληνικά ένα βιβλίο του Τζην Γουλφ». Εκτός από το «9» της Ελευθεροτυπίας, φυσικά.

Πες μου τι σου άρεσε στον Βασανιστή.

Για να αντιγράψω από την εισαγωγή του πρώτου βιβλίου: «Ο Γουλφ είναι από τους συγγραφείς εκείνους που γράφουν για αναγνώστες που διαθέτουν την αντίληψη και τη φαντασία ν’ ανακαλύψουν τους λογοτεχνικούς λαβυρίνθους που χτίζει στη διήγησή του, να γοητευτούν απ’ αυτούς και, γιατί όχι, να παγιδευτούν μέσα τους». Με γοήτευσε ο τρόπος που εκφράζει το έργο μεγάλων συγγραφέων όπως ο Μπόρχες, ο Προυστ, ο Τσέστερτον, ο Ντίκενς, ο Τουέιν κ.ά. σε έναν νέο μύθο, ντυμένο με τα ενδύματα της εφ.

Συνεχίζεις να παρακολουθείς τη διεθνή εφ;

Ναι, παρακολουθώ κάποια ξενόγλωσσα site και εξακολουθώ να διαβάζω τα περιοδικά που λέγαμε, αν και τελευταία δεν βρίσκω καλά διηγήματα με την ίδια συχνότητα. Ίσως διεθνώς η εφ να παρουσιάζει ποιοτική κάμψη. Ξέρεις, πάει πολύς καιρός που έχει να εμφανιστεί κάποιο σημαντικό νέο ρεύμα ή κίνημα στον χώρο, από τη δεκαετία του ’80 που έφερε το κυβερνοπάνκ-μεταμοντέρνο. Που και αυτό δεν ήταν παρά ένας απόηχος-αναβίωση του Νέου Κύματος.

Επίσης, η εφ έχει αρχίσει να διαχέεται στο mainstream, από τη μια με τις κινηματογραφικές ταινίες, που στη μεγάλη πλειονότητά τους διατηρούν μόνο την εικονογράφηση της εφ, αδιαφορώντας για την ουσία, τον προβληματισμό, κάθε πρόσχημα αληθοφάνειας κλπ., και από την άλλη με συγγραφείς που είτε γράφουν διάφορα «τεχνοθρίλερ» –το λογοτεχνικό αντίστοιχο αυτών των ταινιών– είτε αρνούνται ότι γράφουν εφ (σαν την Μάργκαρετ Άτγουντ, ας πούμε) και υποστηρίζουν πως το έργο τους είναι «αλληγορικό» ή δεν ξέρω τι, για λόγους μάρκετινγκ, φαντάζομαι. Δεν έχεις προσέξει πώς στις «σοβαρές» κριτικές ο χαρακτηρισμός «εφ» είναι απαγορευμένος; Πάντα πρόκειται για ένα «μελλοντολογικό» μυθιστόρημα.

Ποιοι από τους νέους συγγραφείς σου αρέσουν;

Μου αρέσει ο Μπανκς (δεν ξέρω πόσο «νέος» μπορεί να θεωρηθεί πια) και η ουτοπική-αναρχική κοινωνία της Culture (που βέβαια στηρίζεται στους ανεξάντλητους πόρους και την απεριόριστη ενέργεια, ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει ό,τι θέλει). Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στον Μπανκς η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης και η συμβίωση / συνεργασία με τους ανθρώπους. Όπως λένε κι οι minds στους βιολογικούς πολίτες, «εμείς σας δίνουμε τα μέσα, εσείς μας δίνετε τον σκοπό».

Από τους άλλους νεότερους συγγραφείς ξεχωρίζω τον Τσάινα Μιέβιλ, που δεν είναι μεν εφ (ανήκει στην μη-τολκιενική φάνταζυ, στην παράδοση του Μέρβιν Πηκ), αλλά έχει έναν καταπληκτικό τρόπο γραφής, πρωτότυπη θεματολογία και πολιτική άποψη. Επίσης πολύ ενδιαφέροντες είναι ο Τσαρλς Στρος, που η εφ του αγγίζει συχνά λαβκραφτικά θέματα, ο Τζων Σκάλζι, ο Paolo Bacigalupi, που μου άρεσαν τα διηγήματά του, αλλά δεν έχω διαβάσει ακόμα το μυθιστόρημα που σάρωσε τα βραβεία πέρσι, το Windup Girl. Έχω κι άλλους στα υπ’ όψιν, αλλά τελευταία άρχισα να ξαναδιαβάζω κάποια κλασικά βιβλία, εφ και μη-εφ.

Πάντως εγώ είμαι πιο αισιόδοξος, βλέπω ανάκαμψη στις ξένες εκδόσεις και τα περιοδικά, βλέπω νέους συγγραφείς και έχω διαβάσει κάποια καλά πράγματα τη δεκαετία που ξεκίνησε.

Ελπίζω να έχεις δίκιο. Πολλές φορές στο παρελθόν έχει αναγγελθεί ο θάνατος της εφ, χωρίς αυτό να συμβεί τελικά. Ίσως εμφανιστεί ένα νέο ρεύμα που θα ανανεώσει την εφ, ίσως να διαχυθεί περισσότερο στη mainstream λογοτεχνία και να αρχίσει να έχει διαφορετική αντιμετώπιση, όπως συμβαίνει τώρα με το αστυνομικό.

Επειδή όμως μιλάμε για λογοτεχνία, κι ο αριθμός των ανθρώπων που διαβάζουν συνεχώς συρρικνώνεται (όπως και το πάχος του πορτοφολιού τους), δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία σου...

Species of articles