Κριτική: «Ένα φάντασμα στη μηχανή»

Submitted by nikosal on Sun, 08/06/2017 - 10:31
Εννέα τ. 18 εξώφυλλο
Το εξώφυλλο (M. Patrito - M. Maltoni) του τ. 18 του 9, όπου αναδημοσιεύθηκε το διήγημα του Βέμπου

Το διήγημα του Θανάση Βέμπου «Ένα φάντασμα στη μηχανή» δημοσιεύθηκε στον τ. 35 (1994) της σειράς ανθολογιών Ωρόρα - Πήγασος και αναδημοσιεύθηκε έξι χρόνια αργότερα, στο 18ο τεύχος του «9» (2000). Εκείνος ο τόμος (σε πρόλογο Μ. Βερέττα) είχε τίτλο Ιστορίες κυβερνοπάνκ και το διήγημα φέρει πράγματι τα χαρακτηριστά του είδους. Αν και στις πρώτες παραγράφους ο Βέμπος ξεκινά με μια πολύ όμορφη περιγραφή του σεληνιακού τοπίου, καλλιεργώντας προσδοκίες για δράση, ο αναγνώστης διαπιστώνει γρήγορα ότι η αφήγηση περιορίζεται στο διάλογο δύο ανθρώπων.

Ένας δημοσιογράφος που προετοιμάζει το επετειακό τεύχος ενός περιοδικού, με το οποίο συμπληρώνει 150 χρόνια ζωής, έρχεται σε επαφή με συνάδελφό του που έχει επιλέξει να εγκαταλείψει το σώμα του, ζώντας πλέον μόνο στις συνδέσεις του δικτύου:

«(...) μόνο αποσπώμενος από τα δεσμά της σάρκας μπορείς να γίνεις πραγματικός δημοσιογράφος (...) Εσύ βασίζεσαι στις αυτόματες κάμερες και στην κονσόλα σου για να έχεις πρόσβαση σε πληροφορίες. Εγώ μπορώ και είμαι εκεί. Και όχι μόνο σε ένα σημείο. Μπορώ να βρίσκομαι σε πολλά σημεία ταυτόχρονα (...) Όταν ο νους, η συνείδηση αρχίζει και ρέει μέσα στα καλώδια και αρχίζει να κυκλοφορεί με δέσμες ραδιοκυμάτων, τότε δεν είσαι αυτό που ξέρεις (...) οι αισθήσεις διευρύνονται. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα μπορώ να συνδεθώ με μια κάμερα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ και να παρακολουθήσω ό,τι βλέπει η κάμερα (...) Το όνειρο κάθε δημοσιογράφου. Μπορείς να σκεφτείς τίποτα καλύτερο;»

Στη διάρκεια της συζήτησής τους, οι δύο μιλούν για το «σοκ του μέλλοντος». Αναφέρονται με έξαψη σε μια νέα κατάσταση, όπου οι «παλιές» έννοιες αναγνώστης, συντάκτης, δημοσιογράφος, περιοδικό, είδηση συνιστούν πλέον αναχρονισμό. Με την έλευση των αποκλειστικά δικτυωμένων δημοσιογράφων, το οικοδόμημα της πληροφόρησης όπως το ξέρουμε ανατρέπεται εκ θεμελίων.

Ο Βέμπος αποπειράται να ρίξει μια νέα, ανατρεπτική ματιά σε ένα κοινό σημερινό θέμα, τη διαφοροποίηση της βιομηχανίας της πληροφορίας και των ειδήσεων από την παραδοσιακή της μορφή. Δεν ξέρω αν θα δούμε ποτέ «άυλους» δημοσιογράφους (ίσως δούμε αυτόματους...) ωστόσο η ιδέα ενός δημοσιογράφου που επιλέγει να «εξαϋλωθεί», να ανταλλάξει τις χαρές του σώματος με την ταχύτητα που θα βρεθεί στο επίκεντρο κάθε γεγονότος είναι ενδιαφέρουσα και πιστεύω κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Από την άλλη είμαι της άποψης ότι δεν επαρκεί για να στηρίξει ολοκληρωτικά ένα αφήγημα. Χρειάζεται βάθος και περισσότερη ουσία για να ικανοποιήσει τον αναγνώστη. Αλλιώς μένει μια ιδέα, ένα «φανταστείτε να...» που δεν ολοκληρώνεται.