«Ο ερωτισμός είναι ταυτισμένος με το φανταστικό»

Submitted by nikosal on Sat, 05/27/2017 - 18:51

H συνέντευξη του Δημήτρη Παναγιωτάτου στον Άγγελο Μαστοράκη δημοσιεύθηκε στο 8ο τεύχος του Big Bang (1999). Αναδημοσιεύεται με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Π. και την άδεια του εκδότη του φανζίν, Γιώργου Γούλα, με βάση το αρχικό κείμενο που είχε ανέβει στην ιστοσελίδα altfactor.gr και επιμέλεια του Ν.Α.

Άγγελος Μαστοράκης: Η πρώτη φορά που συνάντησα το όνομά σου ήταν όταν έκανες επιμέλεια στη σειρά του Μπουκουμάνη, που ήταν μια από τις πρώτες σειρές εφ που βγήκαν στην Ελλάδα. Πώς το αποφάσισες; Πώς έγινε η επαφή με τον Μπουκουμάνη;

Δημήτρης Παναγιωτάτος: Ήμουν στο Παρίσι τότε και έκανα κινηματογράφο, αλλά ήταν γνωστή η αγάπη μου για το φανταστικό και την εφ. Γνωρίστηκα με τον Μπουκουμάνη... Ήταν εποχές κάπως δύσκολες τότε για το είδος, γιατί στην μεταπολίτευση όλοι μιλούσανε για πολιτικά. Οπότε έπρεπε να βρω μια φόρμουλα για να το περάσω. Του είπα ότι «βλέπουμε την εφ από μια κοινωνική ματιά» και έτσι πείστηκε. Δεν ήταν και ακριβώς ο άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τι εστί εφ, το θέμα είναι ότι πείστηκε να βγάλει μια σειρά 12 βιβλίων. Έτσι βγήκε πρώτη φορά ο Ντικ, βγήκαν οι Πράκτορες του χάους του Σπίνραντ και μερικά πιο κλασικά όπως ο Μπράντμπερι. Μέσα από τη σειρά προσπάθησα να παρουσιάσω μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία, ώστε να απευθύνεται σε ικανό εύρος αναγνωστών.

Πήγε καλά οικονομικά;

Πήγε πάρα πολύ καλά, έκανε πολλές εκδόσεις. Εγώ βέβαια πληρωνόμουνα φιξ, όπως γινόταν τότε. Έβγαζα το χαρτζιλίκι του καλοκαιριού όταν ερχόμουνα εδώ για τις διακοπές μου. Πληρωνόμουνα μια και έξω την μετάφραση, μαζί με την εισαγωγή και την επιλογή του βιβλίου. Ο Μπουκουμάνης έκανε πάρα πολλές εκδόσεις αυτών των βιβλίων. Ήταν λίγο βλακεία του, κατά τη γνώμη μου, που κάποια στιγμή, όταν η εφ πάλι βρέθηκε σε δύσκολη φάση, εκεί μετά το '80 -γνωρίζεις κι εσύ τις διάφορες φάσεις που περνούσε η εφ- την παράτησε και την πούλησε ολόκληρη μαζί με κάποια άλλα βιβλία του στον Μπαγκατέα, σε κάποιες άλλες εκδόσεις, δεν είμαι σίγουρος ακριβώς. Έτσι από τότε πια η σειρά είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί, πρέπει να την παραγγείλεις και να πάρεις και τους 12 τόμους μαζί.

Δηλαδή κυκλοφορεί ακόμα; Δεν το ήξερα.

Ναι, μπορείς να την βρεις, το μόνο πρόβλημα είναι ότι πρέπει να την αγοράσεις πακέτο, λες και είναι εγκυκλοπαίδεια -12 τόμοι εφ! Βέβαια πριν από αυτό είχα κάνει το πρώτο περιοδικό για το φανταστικό στον κινηματογράφο, στην λογοτεχνία και στις τέχνες γενικότερα, το «Φάσμα». Φοιτητής της Νομικής, το 1971, είχα βγάλει δύο τεύχη σε 500 αντίτυπα. Καταλαβαίνεις τη δυσκολία τότε... Εν μέσω χούντας, όλοι μου έλεγαν εσύ μιλάς για το φανταστικό, εμείς μιλάμε για επανάσταση. Γυρνούσα να το μοιράσω στα βιβλιοπωλεία και τους έλεγα «θέλετε ένα περιοδικό για το φανταστικό» και μου έλεγαν «καλά άστο να δούμε τι γίνεται...»  Μετά είχα κάνει ένα ειδικό τεύχος στον «Κούρο» του Χρηστάκη για την φρίκη στο σινεμά. Όλα αυτά πριν φύγω για το Παρίσι. Ήτανε οι ερασιτεχνικές μου προσπάθειες για το φανταστικό...

Δηλαδή θεωρείς το «Φάσμα» ερασιτεχνική προσπάθεια ενώ τη σειρά του Μπουκουμάνη άκρως επαγγελματική. Δε θα διαφωνήσω μαζί σου, αν και θα ήθελα να πάμε κάπως πιο πίσω. Θα ήθελα να μιλήσουμε για κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό που εμένα πάντοτε με συνάρπαζε ήταν ότι κάποια στιγμή στη ζωή μας -μιλάω για τον εαυτό μου βέβαια- καταλάβαμε ότι το φανταστικό είναι ένα πράγμα ξεχωριστό. Κάποια στιγμή ανάμεσα σε όλα τα διαβάσματά μου άρχισα να καταλαβαίνω πως το φανταστικό γενικότερα, και η επιστημονική φαντασία πιο ειδικά, είναι κάτι το οποίο, θες γιατί σου δημιουργεί την αίσθηση του θαυμαστού, θες γιατί έχει ένα άνοιγμα σε πράγματα που δεν έχουν υπάρξει στην πραγματικότητα, αρχίζει να σε γοητεύει κατά ένα πολύ περίεργο τρόπο. Εσύ πότε την ένιωσες για πρώτη φορά αυτή την αίσθηση;

Κοίταξε αυτά τα πράγματα τα νιώθεις από πολύ μικρός, τα νιώθεις πάρα πολύ νέος. Θυμάμαι ότι μικρός αγόραζα τα «Κλασσικά εικονογραφημένα». Μερικά από αυτά με είχαν πραγματικά σημαδέψει. Ένα ήταν ο Δόκτωρ Τζέκυλ κι ο Κύριος Χάιντ. Αυτός ο μύθος είχε εντυπωθεί πολύ βαθιά μέσα μου. Όταν μεγάλωσα πια κατάλαβα ότι αυτή είναι η ουσία του φανταστικού. Η διπλή μας φύση, οι δύο μας εαυτοί, το συνειδητό και το ασυνείδητο, το όνειρο και η πραγματικότητα, το καλό και το κακό. Μετά υπήρχαν και τα πρώτα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που έβλεπα σε πολύ νεανική ηλικία. Τότε όμως τα έβλεπα απλώς σαν ένας αποδέκτης, σαν ένας ευτυχισμένος αναγνώστης ή θεατής. Δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει ότι ήταν τόσο πολύ ουσιαστικά μέσα μου, που κάποια στιγμή θα ήθελα κι εγώ να εκφραστώ πιο προσωπικά μέσω αυτών.

Πότε αρχίζεις να το καταλαβαίνεις αυτό;

Γύρω στα 16. Κοίταξε εγώ ήμουνα από μια αστική οικογένεια, πολύ καθώς πρέπει. Τα επαγγέλματα τότε για μια αστική οικογένεια σαν και την δική μου ήταν τέσσερα: δικηγόρος, γιατρός, πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας. Είχα πολύ μεγάλη τρέλα με τον κινηματογράφο, αλλά όχι γενικά με τον κινηματογράφο, έβλεπα όλες τις ταινίες τρόμου, φρίκης και εφ. Όταν κάποια στιγμή τους είπα πως θα πάω να κάνω σινεμά έπαθαν το πρώτο μεγάλο σοκ κι έτσι υποχρεώθηκα να φύγω για το Παρίσι με ένα πολύ μεγάλο ψέμα: πως πήγαινα να κάνω σπουδές Νομικής. Ε, ήτανε και τα χρόνια της χούντας που δίνανε κάτι ψευτοχαρτιά από το Πανεπιστήμιο της Βενσέν, της περιβόητης Βενσέν, που είχε σώσει πολύ κόσμο τότε. Μου έδιναν λοιπόν βεβαιώσεις πως είχα παρακολουθήσει τα μαθήματα της Νομικής κλπ. Τους κορόιδεψα για κάνα δυο χρόνια κι όταν τελείωσα πια τις σπουδές κινηματογράφου τους αποκάλυψα πως θα ασχοληθώ με αυτόν. Αλλά μετά το πρώτο σοκ ήρθε και το δεύτερο, όταν συνειδητοποίησαν πως ο κινηματογράφος που ήθελα να κάνω είχε σχέση με το φανταστικό. Και θυμάμαι ότι ο Δράκουλας, ο Φρανκενστάιν κι όλα αυτά τα πράγματα που από μικρό με είχανε θρέψει και ήταν, αν θέλεις, το ευαγγέλιό μου, τους σόκαραν ακόμα περισσότερο. Εκεί κατάλαβα κάποια στιγμή ότι αν ήτανε να κάνω σινεμά ήταν γιατί ήθελα να εκφραστώ μέσα από αυτό το συγκεκριμένο είδος. Οπότε προχώρησα σε μια θεωρητική άποψη στην αρχή, καθώς ξεκίνησα από κριτικός όπως πάρα πολλοί σκηνοθέτες εξάλλου. Έγραψα και ένα βιβλίο, τον Φανταστικό κινηματογράφο, το 1978. Μετά συνειδητοποίησα πως ήταν πολύ βαρετό να γράφω συνέχεια για ταινίες άλλων, πως ήθελα να κάνω και κάποιες δικές μου.

Πριν προχωρήσουμε θα ήθελα να μου πεις ποια είναι η πρώτη ταινία Φαντασίας που είδες και θυμάσαι;

Θα σου πω. Είναι μια που μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, ήμουν τότε 14 χρονών, που δεν μπόρεσα να κοιμηθώ όλο το βράδυ, Ήτανε μια ταινία φρίκης και εφ που λεγότανε The brain that wouldn't die. Θυμάμαι την είδα στο Άλμα. Ήτανε κάποιος που είχε αποκεφαλίσει την μνηστή του και προσπαθούσε να της βρει ένα σώμα, ένα θέμα στο οποίο επανέρχομαι κι εγώ μετά από τόσα χρόνια. Φαίνεται με είχε ταράξει πολύ. Εκείνη την εποχή μάλιστα εθεωρείτο πολύ φρικιαστική ταινία, όλο το σινεμά είχε παγώσει, ήταν καλοκαίρι και δεν κουνιότανε κανένας, δεν ακουγόταν τίποτε. Πήγα στο σπίτι, δεν μπόρεσα να φάω, μου είχε κοπεί η όρεξη, κι όλη την νύχτα έβλεπα στον ύπνο μου ένα κομμένο κεφάλι, αυτής της γυναίκας. Από τότε αυτή η ταινία έμεινε μέσα μου πάρα πολύ έντονα και τώρα είμαι στην φάση να κάνω, δεν θα το έλεγα remake γιατί δεν έχει καμία σχέση με το φιλμ εκείνο, αλλά ένα φιλμ με το ίδιο θέμα. Θυμάμαι τα λόγια του Κρόνεμπεργκ που όταν είχε κάνει το καινούργιο The fly είχε πει: «όταν ήμουνα μικρός είχα δει τη Μύγα και έλεγα πως κάποια στιγμή θα κάνω ένα remake. Κάτι υπήρχε σε εκείνη την ταινία που δεν μου πήγαινε και ήθελα να το κάνω διαφορετικά». Θέλω να πω τελικά πως όσα υπάρχουνε βαθιά μέσα μας και μας κινούν, ξεκινάνε από πάρα πολύ νωρίς. Δεν ξέρω εσύ τι άποψη έχεις...

Εγώ ψάχνομαι ακόμα, πάω όλο και πιο πίσω αλλά μου είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσω πότε ακριβώς άρχισε αυτή η τρέλα η δική μου με το φανταστικό.

Με διαβάσματα περισσότερο ή με κάτι άλλο;

Με διαβάσματα. Εμένα ξεκίνησε με διαβάσματα. Ο πατέρας μου ήτανε ναυτικός και κάθε ένα, ενάμιση χρόνο που γυρνούσε έφερνε διάφορα βιβλία από το ταξίδι του που αγόραζε στα λιμάνια για να περνάει την ώρα του. Κάθε φορά έφερνε τριάντα σαράντα βιβλία. Μερικά από αυτά ήτανε εφ. Θυμάμαι το πρώτο που διάβασα ήταν ένα μυθιστόρημα του Davidson, το The Notmen, μια ιστορία με μεταλλαγμένους. Μια τρελή ιστορία που την πρώτη φορά που την διάβαζα δεν την καταλάβαινα τελείως αλλά μου ασκούσε μια περίεργη γοητεία. Την δεύτερη φορά άρχισα να τρελαίνομαι πια, με αποτέλεσμα αυτό το βιβλίο να το διαβάσω πέντε έξι φορές σε διάρκεια δύο μηνών. Βέβαια είχαν προηγηθεί όλα αυτά που είπες κι εσύ, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, μερικά από αυτά ήταν περίεργα, θυμάμαι το Ροβήρο τον κατακτητή, όπως και τα βιβλία του Βερν ή Οι πρώτοι άνθρωποι στη Σελήνη του Wells.

Ναι, βέβαια αυτό ήταν καταπληκτικό. Και είχε και πάρα πολύ καλές εικόνες...

Πολύ καλό. Θυμάμαι ακόμα το όνομα ενός μετάλλου που χρησιμοποιούσαν στο διαστημόπλοιο, τον καβουρίτη.

Εμένα μου άρεσε η εικονογράφηση στη Μηχανή που τρέχει μέσα στα χρόνια. Ήταν καταπληκτική εικονογράφηση.

Ναι, θυμάμαι ακόμα το όπλο που βρίσκει ο ήρωας μέσα στο μουσείο. Ήταν το κάτι άλλο. Αν και έγινε την δεκαετία του '50 στέκει ακόμα σχεδιαστικά.

Ναι. Θα ήθελα όμως να θυμίσουμε στους νεότερους ότι τα πράγματα τότε δεν ήταν σαν τώρα, που ένα παιδί πηγαίνει στο περίπτερο και αγοράζει όποιο κόμικς θέλει. Τότε όλα αυτά ήταν απαγορευμένα, τα διαβάζαμε με κίνδυνο να στα βρούνε και να στα πάρουνε, να στα σκίσουνε είτε στο σπίτι είτε στο σχολείο.

Πήγες στη Γαλλία, σπούδασες κινηματογράφο κι αποφάσισες, μιας και το αγαπούσες, να ασχοληθείς με το φανταστικό. Είδος που έχει τους δικούς του κώδικες. Αυτοί οι κώδικες σε ευκολύνουν εντέλει ή σε δυσκολεύουν στο να εκφράσεις αυτό που θέλεις;

Θες να πεις αν με διευκολύνει το γεγονός πως υπάρχουν μερικά στάνταρ που πρέπει κανείς να ακολουθήσει σε μια ταινία του φανταστικού;

Ναι, ακριβώς. Όλα αυτά σε βοηθάνε εντέλει σαν σκηνοθέτη ή σε δυσκολεύουν όταν θέλεις να χρησιμοποιήσεις το φανταστικό για να πεις κάτι;

Πιστεύω ότι σε πρώτη φάση σε βοηθάνε. Έχεις κάποια βάση από όπου ξεκινάς. Από εκεί και ύστερα είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ποιες είναι οι δικές σου νεωτεριστικές τομές. Ποιο είναι εκείνο που προσφέρεις εσύ, τι καινούργιο εισάγεις. Ποια είναι η προσωπική σου συμβολή, η δική σου ματιά. Εγώ έχω κάτι που με ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο, όσον αφορά το φανταστικό: το συνδέω πάντα με τον ερωτισμό. Γι αυτό και πολλοί τις ταινίες μου τις έχουν χαρακτηρίσει περισσότερο ερωτικές ενώ είναι ταυτόχρονα και εφ. Το σλόγκαν της ταινίας μου Οι εραστές στη μηχανή του χρόνου ήταν «Όταν το σεξ συναντά την επιστημονική φαντασία». Για μένα υπάρχει πάντα μια ερωτική ιστορία, παθιασμένη, που αποκαλύπτεται πίσω από τον μανδύα του φανταστικού. Πάντα συνδέω το φανταστικό με τον ερωτισμό. Το φανταστικό και η ερωτική μας συμπεριφορά ανήκουν και τα δύο στην κρυμμένη μας πλευρά. Με αυτή την έννοια έχω συνδέσει δυο πράγματα που είναι πολύ δικά μας, πολύ μέσα μας, και τα οποία μας χαρακτηρίζουν και πολλές φορές ταυτίζονται. Στους Εραστές... ο ήρωας δεν κάνει μια μηχανή του χρόνου μόνο και μόνο για να κάνει ένα ταξίδι, αλλά για να γυρίσει στο παρελθόν και να ξαναβρεί τη χαμένη του ερωτική ευτυχία. Στις ταινίες μου πάντα υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο. Κι αυτό γιατί ουσιαστικά πιστεύω πως το φανταστικό είναι ένα πολύ ερωτικό είδος. Ο ερωτισμός είναι τις περισσότερες φορές ταυτισμένος με το φανταστικό.

Θα έλεγες δηλαδή πως τόσο η αίσθηση του θαυμασμού που έχουμε όταν βλέπουμε ένα φιλμ του φανταστικού ή διαβάζουμε ένα βιβλίο εφ, όσο και η ερωτική μας αίσθηση πηγάζουν από τον ίδιο βαθύτατο πρωτογενή πυρήνα;

Νομίζω πως ναι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως όσοι έχουν ασχοληθεί με το φανταστικό έχουν πάντα μια ιδιαιτερότητα ή μια ιδιορρυθμία στην ερωτική τους ζωή. Ο Poe για παράδειγμα. Ο κινητήριος μοχλός όλων όσοι έχει γράψει, είναι πάντα η γυναίκα. Ο Lovecraft , οι φόβοι του κι όλες αυτές οι τρομακτικές, οι φρικιαστικές του εικόνες υπάρχουν εξ αιτίας της λανθάνουσας ομοφυλοφιλίας του. Οι συγγραφείς του φανταστικού είναι βαθύτατα ερωτικοί. Βοηθάει εξάλλου και η φόρμα του φανταστικού, που είναι μια φόρμα που αποκαλύπτει και ταυτόχρονα κρύβει. Να λες κρύβοντας, ή να κρύβεις λέγοντας. Αυτό είναι το μυστικό του φανταστικού. Βέβαια δεν είμαι υπέρ της άποψης να καταδείξεις στο ερωτικό τα πάντα. Πολλές φορές με το να δείξεις λιγότερα, με το να αφήνεις να υπονοηθούν κάποια πράγματα, το αποτέλεσμα είναι πιο ερωτικό. Έτσι και στο φανταστικό μερικές φορές, ο φόβος ή ο τρόμος... Ίσως δεν είναι οι ταινίες που τα δείχνουν όλα. Μια ταινία για ένα κλειστό δωμάτιο που δεν ξέρεις τι είναι μέσα πολλές φορές είναι πολύ πιο δυνατή και μπορεί να σε τρομάξει περισσότερο. Φοβάσαι περισσότερο το μαύρο, το σκοτάδι που δεν ξέρεις τι είναι και μπορείς να το συνδέσεις με όλους τους φόβους σου, παρά αν γίνει αυτό ένα συγκεκριμένο τέρας, ένα συγκεκριμένο στοιχείο, γιατί μόλις κάτι γίνεται συγκεκριμένο χάνει πια τη δύναμή του να σε τρομάξει.

Ας μιλήσουμε για τον τρόμο. Πάντοτε μου άρεσε ο τρόμος... Θυμάμαι εκείνη την σειρά της Hammer. Εκείνη την καταπληκτική σκηνή στο Δράκουλας, ο βρυκόλακας των Καρπαθίων που ο Κρίστοφερ Λι κατεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα με μια τρομακτική κραυγή, προσπαθώντας να σταματήσει μια γυναίκα βρυκόλακα που θέλει να δαγκώσει τον Βαν Χέλσιγκ, τον Πήτερ Κάσινγκ. Αυτή τη σκηνή δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Όσο όμως μου αρέσει ο τρόμος, δεν μου άρεσε ποτέ το σπλάτερ. Δεν μου άρεσαν ποτέ αυτά τα φιλμ που εμφανίζουν μπροστά στην κάμερα μια τρομακτική ποσότητα από αίμα, μυαλά, έντερα. Ποτέ δεν μπόρεσαν να μου προκαλέσουν κάτι παραπάνω από απλή αηδία, που μάλιστα δεν προχωράει παραπέρα. Ποτέ δεν μπόρεσαν να με συγκινήσουν. Ποια είναι η άποψή σου;

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Όχι για κανένα ηθικό λόγο. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να δείξει κανείς ό,τι θέλει στο σινεμά. Απλώς το αποτέλεσμα, η συνέπεια είναι πολύ μικρή. Γιατί όταν τα βλέπεις όλα έτσι, δεν τρομάζεις πια. Με την ίδια λογική αντιμετωπίζω και τα σκληρά πορνό. Και στα δύο αυτά είδη των ταινιών υπάρχει μια υπέρμετρη εκμετάλλευση ενός ρεαλισμού, ενός νατουραλισμού, που τελικά καταλήγει σε εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα. Ούτε τα σκληρά πορνό σε διεγείρουν, ούτε τα σπλάτερ σε τρομάζουν. Μιλάω πάντα για μένα βέβαια. Υπάρχουν άλλοι που τη βρίσκουν με όλα αυτά και πολύ καλά κάνουν.

Και για την εφ τι λες;

Σιγά σιγά κατάλαβα ότι από όλο το φανταστικό, η μορφή, το είδος που μου πάει περισσότερο από όλα τα άλλα είναι η εφ. Και θα σου πω γιατί: Επειδή είμαι πολύ ορθολογιστής η εφ από τη μια μεριά με κάνει να φαντάζομαι, μου δίνει αυτή την αίσθηση του θαυμαστού, από την άλλη όμως εξισορροπεί μέσα μου την τάση που έχω να εκλογικεύω τα πράγματα. Το υπόλοιπο φανταστικό τις περισσότερες φορές συνήθως πάει τα πράγματα στο υπερφυσικό και στο μεταφυσικό. Στην εφ υπάρχουν πάντα κάποιες επιστημονικοφανείς τουλάχιστον εξηγήσεις για τα πράγματα. Αυτό μου πάει καλύτερα. Εξισορροπεί την τάση μου προς το ορθολογικό. Και οι ταινίες που έχω κάνει, έχουν πάντα αυτό το στοιχείο -το επιστημονικοφανές- σαν βάση.

Ποιες από τις ταινίες σου είναι εφ;

Κατ' αρχάς Η νύχτα με τη Σιλένα που βέβαια δεν είναι ακριβώς φανταστικό, ασχολείται όμως με τις ερωτικές φαντασιώσεις. Ένας άντρας που βλέπει από το παράθυρό του μια γυναίκα, την παρακολουθεί και αυτή γίνεται το αντικείμενο του πόθου του. Από κει και πέρα καθαρόαιμη ταινία μου εφ είναι Οι εραστές στη μηχανή του χρόνου που συνδύασε την εφ με τον ερωτισμό. Αυτή την ταινία την έκανα με πολύ μεγάλη αγάπη και κέφι. Και πιστεύω πως αν την είχα γυρίσει στα αγγλικά θα είχε πάει πολύ καλύτερα. Μετά έκανα στην τηλεόραση πολλά επεισόδια εφ στις σειρές Ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας και Μαγική νύχτα. Και τώρα, η νέα ταινία που ετοιμάζω, είναι εφ.

Βασίζεται πάνω στις μεταμοσχεύσεις από ότι ξέρω.

Ναι στις μεταμοσχεύσεις. Στις μεταμοσχεύσεις εγκεφάλου ή μάλλον ολοκλήρου σώματος, για τις οποίες έχει αρχίσει να γίνεται και πολύς λόγος τελευταία.

Όταν ξεκίνησες να κάνεις αυτό το είδος του κινηματογράφου εδώ, υπήρχε κάτι το προηγούμενο στην Ελλάδα, κάποιες άλλες προσπάθειες άλλων σκηνοθετών να γυρίσουν ταινίες αυτού του είδους;

Ελάχιστες. Μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού οι ταινίες του φανταστικού ή της εφ. Μιλάμε βέβαια για τις καθαρόαιμες ταινίες στο είδος. Είναι ελάχιστες. Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε καν δυο τρεις. Θα ήθελα να αναφέρω επίσης τη δυσκολία που είχα πάντα στην Ελλάδα να πείσω για αυτό που ήθελα να κάνω. Ήμουν πάντα ο περίεργος, ο ιδιόρρυθμος, αυτός που έπρεπε πάντα να δικαιολογήσει γιατί κάνει αυτό που κάνει. Ενώ αν ήμουν στο εξωτερικό δεν θα χρειαζόταν να κάνω κάτι τέτοιο. Και να σου πω την αλήθεια, μεταξύ μας, θα προτιμούσα χίλιες φορές αντί να είμαι ο ένας από τους δυο τρεις εκπροσώπους του φανταστικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, να ήμουν στην Αμερική ο χιλιοστός σκηνοθέτης του είδους που θα είχε κάνει όμως πολύ περισσότερες ταινίες από ό,τι εδώ. Αντί να είμαι κάποιος για τον οποίον θα λένε «πρωτοπορία» κλπ., και «ο μοναδικός στην Ελλάδα», θα προτιμούσα να είμαι ένας από τους χίλιους τόσους στην Αμερική και να δουλεύω με τον Ρότζερ Κόρμαν. Και να κάνω έτσι κάθε χρόνο μια ταινία, αντί να είμαι εδώ και να πρέπει για να δικαιολογήσω και να βρω κεφάλαια τρώγοντας κάθε φορά τρία και τέσσερα χρόνια από την ζωή μου για να πείσω... Μιλάω βέβαια για το σινεμά που τα πράγματα είναι σχετικά δύσκολα, αλλά μπόρεσα να κάνω τις ταινίες μου. Ακόμα πιο δύσκολα είναι τα πράγματα στην τηλεόραση που ενώ είναι ανοιχτή σε οποιαδήποτε μαλακία μπορείς να φανταστείς, σε κωμωδίες, σε σήριαλ, όταν αφορά το φανταστικό είναι πάντα κλειστή. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνον η ΕΡΤ μέχρι τώρα δέχτηκε δυο σειρές που έκανα, τις Ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας και τη Μαγική νύχτα. Παρόλο που πήγανε πάρα πολύ καλά, παρόλο που ακούστηκαν πολύ καλά λόγια, γράφτηκαν καλές κριτικές, τα ιδιωτικά κανάλια παρέμειναν κλειστά.

Αυτά θέλουνε sitcom κωμωδίες και τα γνωστά.

Ναι, όλα αυτά. Όμως κοινό που ενδιαφέρεται να δει κάτι διαφορετικό, υπάρχει. Δυστυχώς τα κανάλια θέλουνε αυτό που θα λέγαμε «μαζική εικόνα». Όλα τα ίδια. Βλέπεις τις κωμωδίες, όλες είναι το ίδιο. Βλέπεις τα δράματα, όλα είναι το ίδιο.

Οι εύκολες λύσεις...

Με μια αισθητική βιντεοκασέτας της δεκαετίας του '80. Αυτοί οι σταθμοί είναι κλειστοί για το φανταστικό. Η μόνη περίπτωση είναι η ΕΡΤ που σου δίνει κατά καιρούς την ευκαιρία να κάνεις μια τέτοια σειρά. Εν τω μεταξύ όλα αυτά τα ιδιωτικά κανάλια παίζουνε κατά κόρον ξένες σειρές φαντασίας και εφ.

Ναι, αλλά τις περισσότερες σαν γέμισμα και σε κάτι ανύποπτες ώρες.

Έτσι είναι. Θυμάσαι τι έγινε με τα X-Files που στην αρχή ο Κυριακού δεν τα ήθελε και τώρα όλα τα κανάλια σκοτώνονται ποιος θα τα πρωτοπάρει.

Πάντως οι κριτικές που γράφτηκαν για τις σειρές σου στην τηλεόραση ήταν πολύ καλές και το αποτέλεσμα ευπρόσωπο...

Παρόλο που έγιναν με πολύ λίγα χρήματα, με ελάχιστα ντεκόρ. Πάντως δεν έχω παράπονο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο ανοιχτός από τους ιθύνοντες, από τους διευθυντές, από αυτούς που παίρνουν αποφάσεις, και οι οποίοι βέβαια είναι άσχετοι και «μαθαίνουνε στου κασίδη το κεφάλι». Αυτούς που έχουνε βάλει για υπεύθυνους στα κανάλια, θα δεις ότι κανένας τους δεν έκανε αυτή τη δουλειά πριν γίνει στέλεχος. Κανένας. Τους βάλανε σε αυτές τις θέσεις και μαθαίνουνε τη δουλειά μέσα από την καθημερινή πρακτική.

Και ακολουθώντας τις μετρήσεις της AGB.

Ακριβώς.

Θέλεις να μιλήσουμε λίγο για την ταινία που πρόκειται να κάνεις;

Ναι, θα ήθελα να πω κάποια πράγματα.

Καταρχήν σε ποιο στάδιο βρίσκεται αυτή τη στιγμή;

Έχω τελειώσει το σενάριο, το έχω ήδη καταθέσει. Από το 1995 - 96 έχω βάλει στόχο να κάνω αυτό το φιλμ. Σου μίλησα για το The brain that wouldn't die. Ήταν πολύ της μόδας στη δεκαετία του '60 κάποιες ταινίες με μεταμόσχευση εγκεφάλου, ή μάλλον όχι εγκεφάλου αλλά κεφαλιού . Έγιναν δυο τρεις ταινίες στην ιστορία του φανταστικού κινηματογράφου με αυτό το θέμα. Μια από αυτές ήταν και αυτή που ανέφερα. Με την διαφορά όμως ότι σε αυτήν δεν γινόταν καν μεταμόσχευση. Είχε ο πρωταγωνιστής ένα κεφάλι, το κεφάλι της μνηστής του, και το συντηρούσε μόνο του, χωρίς να ανήκει σε ένα σώμα. Αλλά φαίνεται πως ήταν τέτοια τα ταμπού εκείνη την εποχή που δεν επέτρεπαν καν να σκεφτείς πως το κεφάλι μιας γυναίκας και το κορμί μιας άλλης θα μπορούσαν να ενώνονταν σε ένα ενιαίο σώμα. Οπότε η ταινία τελείωνε στις προσπάθειες του ήρωα να βρει ένα σώμα. Δεν προχωρούσε παρακάτω.

Εγώ λοιπόν παίρνω αυτή την ιδέα και ξεκινώντας από εκεί μιλάω για έναν άνθρωπο που έχει τα πάντα και λατρεύει την γυναίκα του με την οποία έχει μια τέλεια ερωτική σχέση. Αυτός είναι νευροχειρούργος. Και κάποια στιγμή, εξαιτίας ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, αυτή βρίσκεται παραμορφωμένη, φρικτά καμένη, έτσι που οποιαδήποτε ερωτική σχέση να είναι μεταξύ τους αδύνατη, φρικτά παραμορφωμένη και παράλυτη σε αναπηρικό καροτσάκι. Δεν της έχει μείνει πια τίποτε άλλο από το πανέμορφό της πρόσωπο. Κι αυτός επειδή έχει τελειοποιήσει μια μέθοδο μεταμόσχευσης στους πιθήκους, θέλει να βρει μια γυναίκα της οποίας να πάρει το σώμα, θέλει βέβαια να βρει το κατάλληλο σώμα, γι αυτό το λόγο θα πρέπει να κάνει έρωτα με αυτή την δεύτερη γυναίκα, για να μπορέσει να πετύχει το συνδυασμό σεξ και συναισθήματος.

Και ξαφνικά το '98, όταν εγώ είχα ήδη καταθέσει αυτή την ιδέα στο κέντρο, είχα πάρει μάλιστα και μια χρηματοδότηση για να ολοκληρώσω το σενάριο, ανοίγω μια εφημερίδα και τι βλέπω: Μεταμόσχευση κεφαλής. Μια σελίδα ολόκληρη. Κάποιος κύριος Ουάιτ στην Αμερική, έχει κάνει πειράματα σε πιθήκους και προτίθεται να το κάνει και σε ανθρώπους. Και ξανά πάλι τώρα πριν ένα μήνα το Έθνος ξανάγραψε για τον Ουάιτ αναλύοντας την μέθοδό του κι αναφέροντας ότι πιθανόν την εγχείρηση να την κάνει και ο Κρίστοφερ Ριβς, αυτός ο ηθοποιός που έπαιζε τον Σούπερμαν και έμεινε παράλυτος. Ακόμα μια φορά μου ήρθε στον νου αυτό το ποιος τελικά προηγείται; Η τέχνη ή η ζωή; Η ζωή αντιγράφει την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή; Στην συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να σου πω πάντως ότι στα χαρτιά τουλάχιστον, στο σινεμά τουλάχιστον, η τέχνη προηγείται. Όλα αυτά τα δημοσιεύματα με βοήθησαν να περιγράψω πιο ρεαλιστικά, παρ΄ όλο που δεν είχα και χοντρά λάθη γιατί είχα σύμβουλο στο σενάριο μια γιατρό, την υπόθεση της ταινίας. Γιατί πάντα θέλω να υπάρχει στη δουλειά μου μια μίνιμουμ αληθοφάνεια.

Πάντως και σε αυτό το φιλμ, ο κινητήριος μοχλός σε όσα κάνει ο πρωταγωνιστής είναι ο έρωτας πάνω από όλα. Θέλει να αποκαταστήσει την χαμένη του ερωτική ευτυχία. Θέλει να ξαναβρεί το άλλο μισό του. Και βέβαια στο τέλος το καταφέρνει. Από εκεί και ύστερα αρχίζουν άλλες ιστορίες. Και πρέπει να σου πω ότι επειδή είναι μια ταινία που θέλω, ασυνείδητα ίσως, να την κάνω από τότε που ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, και φτάνω τώρα μετά από τόσα χρόνια να είμαι πολύ κοντά στην υλοποίηση της, αν μου λέγανε «αν κάνεις μία ταινία μόνο στη ζωή σου στην οποία θα πεις ό,τι έχεις να πεις και τίποτε άλλο, θα ήταν αυτή;» θα απαντούσα αμέσως: «Ναι, αυτή» γιατί ίσως μέσα μου αισθάνομαι ότι ωρίμασε πάρα πολύ και πιστεύω ότι μπορώ να την κάνω πάρα πολύ καλά. Αλλά επειδή όπως έλεγα προηγουμένως, δεν θέλω να επαναλάβω τα ίδια λάθη, λέγοντας ότι θα κάνω ένα «ελληνικό φανταστικό φιλμ», αυτή τη φορά σκοπεύω να την γυρίσω στα αγγλικά. Θα πάρω άγγλους ηθοποιούς, γιατί πες μου ποιος ηθοποιός έλληνας θα κάνει ένα νευροχειρουργό λίγο τρελό. Πες μου ποιος.

Όσο για το θέμα της γλώσσας, όπως και να το κάνουμε η ελληνική γλώσσα ηχεί πολύ περίεργα στους ξένους. Πιστεύω ακράδαντα πως αν οι Εραστές στη μηχανή του χρόνου είχαν γυριστεί στα αγγλικά, αντί για δέκα χώρες που πουλήθηκαν  θα είχαν πουληθεί σε πενήντα. Ακόμα και ντουμπλάζ αν είχα κάνει. Αυτή τη φορά σκέφτομαι να πάρω άγγλους ηθοποιούς, κι αν τύχει μάλιστα και βρω και κάποιους ηθοποιούς γνωστούς από αμερικάνικες bmovies όπως για παράδειγμα τον Τζέφρυ Κομπς, θα έχω καλύτερα εμπορικά αποτελέσματα. Σκέφτομαι αν μπορέσω μάλιστα να κάνω κάποια συμπαραγωγή.

Πρέπει πάντα να θυμόμαστε πως για να γίνει κινηματογράφος χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά. Και ότι εσύ που κάνεις αυτή την δουλειά πρέπει να ζήσεις από αυτήν. Σου εύχομαι λοιπόν το καλύτερο.

Σε ευχαριστώ.

Species of articles