Κριτική: «Ώσπου μ' ένα δάκρυ να σε θυμηθώ...»

Submitted by nikosal on Fri, 05/12/2017 - 09:29

Το «Ώσπου με ένα δάκρυ να σε θυμηθώ...» του Θανάση Βέμπου ήταν το τρίτο διήγημα έλληνα συγγραφέα που δημοσίευσε ο Άγγελος Μαστοράκης στο «9» (τεύχος 12, Σεπτέμβριος 2000). Κάπου ένα αιώνα στο μέλλον οι συνθετικοί άνθρωποι («ανδροειδή τους ονόμαζαν κάποτε») αναζητούν θέση στην ανθρώπινη κοινωνία προσπαθώντας να κατακτήσουν τα συναισθήματα. Η έλλειψή τους, τους βασανίζει και τους διαφοροποιεί. Μπορεί να έχουν πολιτικά δικαιώματα, μπορεί να παίρνουν μηνιαίο επίδομα από την εταιρία που τους δημιούργησε, χωρίς συναισθήματα όμως δεν θα σταθούν ποτέ ισότιμα πλάι στους ανθρώπους.

Δεν είναι κάτι πρωτότυπο -φυσικά- στους χάρτινους ή κινηματογραφικούς κόσμους της εφ. Η ανάπτυξη του Data (Star Trek: TNG) ως χαρακτήρα στηρίχθηκε στην αναζήτηση και διαμόρφωση ενός συναισθηματικού κόσμου. Ο Ντέιτα ήθελε να γίνει περισσότερο ανθρώπινος και το κατάφερε ήδη καλά πριν αποκτήσει το «κύκλωμα συναισθημάτων» προς το τέλος της σειράς. Έδειξε πρώτη φορά (αν δεν απατώμαι) τα συναισθήματά του στο δεύτερο επεισόδιο του TNG, το «Naked now», και δεν σταμάτησε να τα εξελίσσει. Σε ένα διάλογο στο επεισόδιο Legacy της 4ης χρονιάς ο Ντέιτα εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται τη φιλία, παρά ότι δεν μπορεί να νιώσει συναισθήματα με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε εμείς:

 

-Έχεις φίλους;

-Βέβαια.

-Αλλά όχι συναισθήματα;

-Όχι. Εντούτοις, ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους, η φιλία βασίζεται λιγότερο στα συναισθήματα και περισσότερο στην εξοικείωση.

-Μπορείς λοιπόν να νιώσεις οικείος με κάποιον;

-Ακριβώς. Καθώς συγκεκριμένα ερεθίσματα γίνονται αντιληπτά από τους αισθητήρες μου, ο εγκέφαλός μου συνηθίζει στο αποτύπωμά τους. Έτσι με τον καιρό νιώθω την προσμονή τους, ακόμα και την έλλειψή τους όταν απουσιάζουν (και για το φόβο ότι δεν το μεταφράζω άρτια: As I experience certain sensory input patterns, my mental pathways become accustomed to them. The inputs eventually are anticipated, and even missed when absent).

Η μνήμη ως συναίσθημα -υπέροχη φράση και ιδέα. Σε μια παρόμοια ιδέα στηρίζεται το διήγημα του Βέμπου: «Στον από συνθετικό ιστό εγκέφαλό μας υπάρχει χώρος για αναμνήσεις, αλλά όχι για συναισθήματα. Παρόλα αυτά, πολλοί γενετικοί μηχανικοί (...) πιστεύουν ότι με τα κατάλληλα ερεθίσματα μπορεί να δημιουργηθεί το σύνολο συνάψεων που θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή απομίμηση των συναισθημάτων (...) Όμως η εταιρία δεν μας εξήγησε κάτι πιο απλό. Πώς καταλαβαίνεις ότι είσαι ερωτευμένος αν δεν ξέρεις, αν δεν μπορείς να συγκρίνεις αυτά που νιώθεις με κάποια προηγούμενη εμπειρία; Αν δεν μπορείς να τοποθετήσεις στα κουτάκια του μυαλού σου το συναίσθημα (...) και να το συγκρίνεις;» Και βέβαια εκεί παραπέμπει και ο τίτλος του διηγήματος.

Ο Βέμπος δεν προσπαθεί με το «Ώσπου με ένα δάκρυ...» να γράψει κάτι περίπλοκο. Ολόκληρη η αφήγηση περιορίζεται σε λίγα λεπτά μόνο από τις σκέψεις ενός συνθετικού άνδρα που, ανθρώπινος σε όλα εκτός από την έλλειψη συναισθημάτων, προσπαθεί να «σώσει» τη σχέση του με μια γυναίκα του είδους. Ορισμένες στιγμές είναι διασκεδαστικές: το ζευγάρι είναι μαζί λιγότερο από 24 λεπτά τη βδομάδα, κάνει συζήτηση περί ανέμων σε ένα παγκάκι στον Λυκαβηττό, έπειτα μπαίνει σε ένα χαρακτηριστικό διάλογο ζευγαριού σε κρίση (με αγαπάς, σε αγαπώ, δεν μου το δείχνεις...) ενώ στο τέλος ο ήρωας, αφού επιστρέφει την καλή του σπίτι της, πιέζει το stop στο μηχάνημα καταγραφής ήχων: «Έχω μαζέψει κάμποσο μαγνητοφωνημένο υλικό σχετικά με αυτήν. Θα το καταγράψω και θα το επεξεργαστώ. Και κάτι καινούργιο θα βγάλω από αυτό. Εμπνεύσεις, ιδέες, λέξεις, φράσεις, προτάσεις». Τα εργαλεία της σύνθεσης...

Το διήγημα διαβάζεται ευχάριστα, αλλά δεν έχει κάποια ιδέα, κάποιο εύρημα που θα το έκανε να ξεχωρίσει από άλλα έργα που έχουν κινηθεί σε ανάλογο πλαίσιο. Σε κάποια σημεία του επίσης μια μικρή γλωσσική επιμέλεια θα είχε βελτιώσει το ρυθμό του.

Νίκος Αλμπανόπουλος