Κριτική: «Splendid!»

Submitted by Ντίνος Χατζηγιώργης on Sun, 01/20/2019 - 14:19

Περιέχει spoilers

«Λιγότερο από ένα λεπτό διαρκεί ένας οργασμός, μια μπουκιά μπριζόλας, πιθανώς μια αφόδευση, σίγουρα ένα έμφραγμα, μια ανάμνηση, ένα φιλί (οκέι, εξαρτάται από το φιλί), ένα δάκρυ μέχρι να κυλήσει στο πηγούνι, ένα ποτήρι νερό, ένα σουτ στα δίχτυα, ένα παράθυρο που σπάει, το τσίμπημα μιας μέλισσας, μια τρικλοποδιά, το πάτημα ενός κουμπιού, το κλείσιμο του ματιού, μέσα σ’ ένα λεπτό μπορείς να πεις τη λέξη “καλικάντζαρος” και πολλά άλλα, όμως ας μην αναφερθούμε σε αυτά τώρα».

Με το διήγημα του ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος αποδεικνύει την συγγραφική του δεινότητα να κρατάει τον αναγνώστη κολλημένο στην αφήγηση του, και μακάρι αυτό το ένα λεπτό να κρατούσε λίγο περισσότερο, ξαφνιάζει όμως με κάποιες άστοχες επιλογές του στην εδώ συνταγή, όπως για παράδειγμα τον τίτλο της ιστορίας.

Σε ένα βαθύ μέλλον όπου η επιφάνεια της Γης έχει καταστραφεί και οι άνθρωποι ζουν σε υπόγειες πόλεις, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν δείγματα μνήμης από εκείνους που έζησαν πριν την καταστροφή. Σαν μια ακαδημαϊκή μελέτη του παρελθόντος, οι μνήμες αυτές εμφυτεύονται και ενεργοποιούνται στον εγκέφαλο ρομπότ, για την συγκομιδή πληροφοριών, καθώς ζωντανεύουν προσωπικότητες που έζησαν τότε. Δυστυχώς για τον αφυπνισμένο εκείνον γήινο μιας άλλης εποχής, το ξύπνημα διαρκεί μόνο λίγα λεπτά.

Σε αυτόν τον επικό καμβά, ο συγγραφέας μας παρουσιάζει μεστά μια μικρή και καθημερινή ιστορία. Το άτομο που ξυπνάει ξαφνικά δεμένο χειροπόδαρα μέσα στο σασί ενός ρομπότ δεν είναι κάποια πολιτική προσωπικότητα, ένας επιστήμονας ή ένας καλλιτέχνης. Πρόκειται για ένα καθηγητή ενός επαρχιακού σχολείου που μισεί τη δουλειά του και ζει για πρώτη φορά έναν μεθυστικό έρωτα.

Και μετά ξαφνικά η ανάμνηση τελειώνει κι έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους επιστήμονες που τον ενεργοποίησαν. Ο καθηγητάκος είναι δεμένος χειροπόδαρα μην τυχόν το σοκ συνειδητοποίησης της κατάστασής του τον κάνει επικίνδυνο στους δύο επιστήμονες που τον μελετούν. Ας προσπεράσουμε την ερώτηση του γιατί να εμφυτεύσουν την μνήμη σε αρτιμελές ρομπότ τότε, κι όχι σε κάποιον επιτραπέζιο υπολογιστή. Εκείνο που ξενίζει λίγο, το κατά τα άλλα ωραίο αυτό διήγημα, είναι οι προσωπικότητες των δύο επιστημόνων που μάλλον δείχνουν φοιτητές, εν ονόματι «Μπίλι» και «Μπόι» (;!) από των οποίων τη συμπεριφορά απουσιάζει η αρμόζουσα σοβαρότητα. Άσχετα δηλαδή με τον καμβά στην οποία εξελίσσεται η ιστορία, δεν υπάρχει τίποτα το επικό σε αυτούς τους δύο.

Όταν το ρομπότ με τις μνήμες του αρχαίου καθηγητή πληροφορείται ότι του μένουν πέντε λεπτά ζωής, το βάζει στα πόδια πανικόβλητο –και ο συγγραφέας μας εξηγεί έμμεσα γιατί το ρομπότ διαθέτει πόδια. Και είναι αυτές οι λίγες υπαρξιακές στιγμές στο τέλος, η συγκινητική ανθρώπινη αγωνία των πολύτιμων λεπτών που εξαντλούνται που ανυψώνουν το διήγημα και το καθιστούν άξιο ανάγνωσης.

Ντίνος Χατζηγιώργης