Κριτική: «Θα είσαι εδώ»

Submitted by nikosal on Tue, 05/09/2017 - 20:19

Το «Θα είσαι εδώ» του Μιχάλη Μανωλιού έχει κατακτήσει μια «ιστορική» για τις διαστάσεις της ελληνικής εφ, πρωτιά: Είναι το πρώτο διήγημα έλληνα συγγραφέα που έκανε δεκτό και δημοσίευσε ο Άγγελος Μστοράκης στο «9» της Ελευθεροτυπίας. Το περιοδικό βρισκόταν στο 7ο τεύχος του (Αύγουστος 2000) και ο Μαστοράκης καθιέρωνε το «ένα διήγημα εφ την εβδομάδα» που έβαλε τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας στα σπίτια των αναγνωστών της Ελευθεροτυπίας και συνέβαλε στο να ωριμάσει και να προσφέρει ποιοτικό έργο μια νέα γενιά συγγραφέων. Περισσότερα για την προσφορά του «9» και του Μαστοράκη στην ελληνική εφ, γράφω σε αυτό το άρθρο.

Ο Μιχάλης Μανωλιός είχε ήδη άλλη μια πρωτιά. Ήταν ο πρώτος από τους «τέσσερις του Τρίτωνα», έχοντας δει τυπωμένη τη συλλογή διηγημάτων του «Σάρκινο φρούτο» (1999). Αργότερα έγινε επίσης ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε διήγημά του στο φεστιβάλ επιστημονικής φαντασίας Ερμούπολης -και οι πρωτιές του δεν τέλειωσαν εκεί, οπότε θα επανέλθουμε.

Οι ήρωες του «Θα είσαι...» είναι ένα φτωχό ζευγάρι στις ΗΠΑ, που προσπαθώντας να εξασφαλίσει πόρους για να μεγαλώσουν αξιοπρεπώς τα τρία παιδιά του, δέχεται να πουλήσει τις αναμνήσεις του συζύγου σε ένα αφρικανό μεγιστάνα. Το «τεχνικό» μέρος της μεταβίβασης των αναμνήσεων δεν μας απασχολεί, υλοποιείται στο βάθος. Ο Μανωλιός ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας τέτοιας δυνατότητας. Ο λήπτης δεν αγοράζει απλώς δεδομένα, αναπόφευκτα μετασχηματίζεται, γίνεται καθρέπτης του δότη. Ο άνδρας είναι «εκεί», στο μυαλό και την καρδιά της γυναίκας του, αλλά επίσης «εκεί», στο σώμα του αγοραστή από το Σουδάν. Η ιδέα έχει προοπτικές και θα κέρδιζε τον αναγνώστη, αν ο συγγραφέας δεν επέλεγε να την αναπτύξει μέσα από σκηνές έκδηλου συναισθηματισμού που αποδυναμώνουν την αφήγηση: η σύζυγος μαθαίνει ότι η συμφωνία έκλεισε και ξεσπά σε λυγμούς με ασυγκράτητα αναφιλητά, ο αποχωρισμός με τα  παιδιά γίνεται με «γοερό κλάμα», το μάγουλο του πατέρα είναι ένα «δάκρυνο ρυάκι» και ξανά στο τέλος η έμμεση «επανένωση» του ζευγαριού φέρνει τραντάγματα από «σιωπηλούς λυγμούς». Θα προτιμούσα λιγότερα δάκρυα, λιγότερη δραματοποίηση -είναι κάτι που βοηθάει τον αναγνώστη να δει πιο καθαρά τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων.

Έχω ενστάσεις και για μια άλλη κεντρική επιλογή του συγγραφέα. Στον κόσμο του διηγήματος μια πανίσχυρη οικονομικά και πολιτικά Αφρική έχει εξαγοράσει τις κυβερνήσεις - μαριονέτες των λευκών στη Δύση για να υπηρετούν τα συμφέροντά της. Οι δοτοί κυβερνώντες, λέει το ζευγάρι, είναι «λευκοί μόνο στο δέρμα» αφού έχουν ξεπουλήσει τη χώρα και το λαό τους. Από την άλλη ο μαύρος μεγιστάνας από το Σουδάν είναι ξεκάθαρα ρατσιστής και οι πιο κοντινοί και έμπιστοι υπάλληλοί του είναι αποκλειστικά μαύροι. Αυτό που λέει ο Μανωλιός με την αντιστροφή της πραγματικότητας είναι βέβαια «δες το και από την άλλη πλευρά, λευκέ αναγνώστη», καθώς επίσης «δεν οφείλεται στο χρώμα ο ρατσισμός της μιας πλευράς και η εξαθλίωση της άλλης, αλλά στον πλούτο, την εκμετάλλευση, την ισχύ». Έτσι όμως προσεγγίζει το ζήτημα απλουστευτικά. Οι λευκοί της Ευρώπης και της Αμερικής έγιναν ρατσιστές μετά από αιώνες αποικιοκρατίας και οικονομικής κυριαρχίας και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις, αφού δεν είχαν γνωρίσει πριν τι σημαίνει φυλετική καταπίεση. Δεν θεωρώ ότι είναι πολιτικά και κοινωνικά ρεαλιστικό, μια εναλλαγή στη θέση του ισχυρού εντός λίγων χρόνων (στο διήγημα έχουμε ακόμα κοινά αυτοκίνητα, αεροπλάνα, διαβατήρια, συνεπώς δεν τοποθετείται στο πολύ μακρινό μέλλον) να μεταμορφώνει τους πρώην καταπιεσμένους -με παράδοση εξέγερσης και αντίστασης- σε κάτι ανάλογο των πρώην λευκών καταπιεστών τους. Μπορεί πάλι ο συγγραφέας να εννοεί ότι η εναλλαγή δεν έγινε ποτέ και να τοποθετεί το διήγημά του σε ένα παράλληλο κόσμο, όπου η Αφρική εξαρχής κυριαρχεί. Αλλά τότε η αφήγηση θα αδυνάτιζε ακόμα περισσότερο, θα ήταν σαν να μην έπαιξε κανένα ρόλο η θρησκεία, ο μεσαίωνας, οι κοινωνικές συνθήκες και καταβολές στη διαμόρφωση της αποικιοκρατίας.

Τέλος, αν και είναι σαφές τι υπηρετεί στην αφήγηση η επιλογή του μαύρου μεγιστάνα να αγοράζει αναμνήσεις, δεν είναι πειστικός ο λόγος που πραγματικά τις χρειάζεται. Είναι στα αλήθεια σήμερα η ζωή ενός μεγιστάνα «φτωχή» και της φτωχολογιάς «πλούσια», ώστε να νιώθει ο πρώτος μειονεκτικά; Ο Σουδανός αγοράζει πρώτη φορά αναμνήσεις, θα επέλεγε πράγματι έναν φτωχό πλην τίμιο επιστήμονα του κατ' αναλογία τρίτου κόσμου;

Έλεγα πριν ότι το «9» βοήθησε μια νέα γενιά συγγραφέων να ωριμάσει. Στη δεκαετή διαδρομή του περιοδικού η εξέλιξη του Μανωλιού είναι ορατή στα 14 διηγήματά του που ακολούθησαν.

Σημ.: Το «Θα είσαι εδώ» συμπεριλήφθηκε το 2004 στην ανθολογία 9ΕΦ.

Νίκος Αλμπανόπουλος